Η ετήσια έκθεση του ΟΟΣΑ Health at a Glance 2025 παρουσιάζει τους πιο πρόσφατους συγκριτικούς δείκτες για την υγεία και τα συστήματα υγείας των κρατών-μελών. Η μελέτη καλύπτει το σύνολο των κρίσιμων παραμέτρων: δείκτες υγείας του πληθυσμού, πρόσβαση και ποιότητα φροντίδας, κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, δαπάνες υγείας και ανθρώπινο δυναμικό.
Σε διεθνές επίπεδο είναι φανερή μια μερική ανάκαμψη μετά την πανδημία, αλλά παράλληλα δεν λείπουν σοβαρές προκλήσεις:
- η παχυσαρκία αυξάνεται σταθερά (54% των ενηλίκων),
- 3 εκατομμύρια πρόωροι θάνατοι κάτω των 75 θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με καλύτερη πρόληψη και φροντίδα,
- η πρόληψη παραμένει ανεπαρκώς χρηματοδοτημένη (μόλις 3% των συνολικών δαπανών υγείας),
- ενώ οι δαπάνες υγείας συνεχίζουν να αυξάνονται, φτάνοντας κατά μέσο όρο το 9,3% του ΑΕΠ.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα στοιχεία για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα σημαντικά.
Βασικά ευρήματα για την Ελλάδα
Στην έκθεση του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) Health at a Glance, διαπιστώνουμε τα εξής:
- Ικανοποίηση από τις υπηρεσίες υγείας: από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη
Το 2024, κατά μέσο όρο 64% των πολιτών στις χώρες του ΟΟΣΑ δήλωσαν ικανοποιημένοι με τη διαθεσιμότητα ποιοτικών υπηρεσιών υγείας.
Στην Ελλάδα, όμως, λιγότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ικανοποίηση — μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Αντίστοιχα χαμηλά ποσοστά εμφανίζουν η Τουρκία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Χιλή και η Κολομβία.
- Ανικανοποίητες υγειονομικές ανάγκες: οι υψηλότερες ανισότητες
Σε 28 χώρες του ΟΟΣΑ, μόνο το 3,4% των πολιτών κατά μέσο όρο ανέφερε ότι δεν έλαβε ιατρική φροντίδα λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό φτάνει το 12,1% — από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών.
Επιπλέον:
- Πάνω από 8% του πληθυσμού σε Ελλάδα, Καναδά, Φινλανδία, Εσθονία και Λετονία αναφέρει ανικανοποίητες ανάγκες.
- Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες είναι από τις μεγαλύτερες στον ΟΟΣΑ.
- Στην Ελλάδα, ένας στους έξι πολίτες του χαμηλότερου εισοδηματικού πεντημορίου δεν έχει πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα που χρειάζεται.
- Το κόστος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που εμποδίζει την πρόσβαση.
- Δαπάνες υγείας και ιδιωτικές πληρωμές: επιβάρυνση για τα νοικοκυριά
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές (“out-of-pocket”) καλύπτουν περίπου 20% των συνολικών δαπανών υγείας.
Στην Ελλάδα, τα νοικοκυριά θα πρέπει να καλύψουν πάνω από το ένα τρίτο του συνολικού κόστους υγείας — από τα υψηλότερα ποσοστά διεθνώς, μαζί με το Μεξικό, τη Χιλή και τη Λετονία.
- Αποδοχές επαγγελματιών υγείας: χαμηλά επίπεδα
Οι αποδοχές αυτοαπασχολούμενων ιατρικών ειδικοτήτων είναι πολύ υψηλές σε χώρες όπως η Γερμανία, η Νότια Κορέα και η Αυστρία (προσεγγίζουν ή ξεπερνούν τα 300.000 δολάρια ετησίως).
Στον αντίποδα:
- Η Βουλγαρία έχει τις χαμηλότερες αποδοχές.
- Η Ελλάδα καταγράφει απολαβές για μισθωτούς ειδικευμένους ιατρούς μεταξύ 65.000–75.000 δολαρίων, αντίστοιχα με το Μεξικό, την Κολομβία και την Κόστα Ρίκα.
Τι σημαίνουν αυτά τα στοιχεία
Τα δεδομένα του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνουν με σαφήνεια ότι η χώρα μας αντιμετωπίζει:
- Υψηλό οικονομικό βάρος για τον ασθενή.
- Δυσκολίες πρόσβασης, ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
- Κενά στην ποιότητα και διαθεσιμότητα φροντίδας.
- Δομικές ανισότητες που εντείνονται αντί να περιορίζονται.
Για οργανώσεις όπως το Κάπα3, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη:
- για συνεχή ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών,
- για συνηγορία υπέρ της ισότιμης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας,
- για υποστήριξη πολιτικών που μειώνουν τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στην υγεία.
Πηγές: Έκθεση ΟΟΣΑ
Κείμενο/Προσαρμογή: Ιφιγένεια Αναστασίου για το Κάπα3










