Δεδομένα περίθαλψης ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα από το 2014-2020, σε 12 Ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανόμενης και της Ελλάδος παρουσιάζονται σε μελέτη

Μια πρόσφατη μελέτη που διενεργήθηκε από το Σουηδικό Ινστιτούτο Οικονομικών της Υγείας και ανέλυσε δεδομένα περίθαλψης ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα από το 2014-2020, σε 12 Ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάστηκε πρόσφατα στο Συνέδριο της ΕΟΠΕ για την περίθαλψη των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα. Στη μελέτη με τίτλο «Με διάγνωση, αλλά χωρίς θεραπεία – Πώς θα βελτιωθεί η πρόσβαση των ασθενών σε προηγμένες θεραπείες για τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα στην Ευρώπη», οι ερευνητές προσπάθησαν να διευκρινίσουν γιατί κάποιοι ασθενείς με τοπικά προχωρημένο/ μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα δεν παίρνουν θεραπεία μετά τη διάγνωση, καθώς και γιατί μεγάλο μέρος των ασθενών συνεχίζει να λαμβάνει χημειοθεραπεία.

Για να γίνει η σύγκριση των θεραπευτικών σχημάτων που επιλέγονται ανά χώρα, οι ερευνητές έθεσαν ως ορόσημο τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ογκολογίας (ESMO), σύμφωνα με τις οποίες το 75% των ασθενών συνιστάται να δέχονται θεραπεία με αντικαρκινικά φάρμακα.

H μελέτη έδειξε ότι την τελευταία δεκαετία, συντελέστηκε μια επανάσταση στις θεραπείες κατά του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα με στοχευμένες θεραπείες, όταν το προηγούμενο διάστημα οι περισσότεροι ασθενείς ακολουθούσαν την παλαιότερη χημειοθεραπευτική προσέγγιση.

To ΙΤΕ ιδρύει το Ελληνικό Δίκτυο Μοριακής Ογκολογίας για κλινικές μελέτες και ιατρική ακριβείας

Μια νέα Μονάδα δημιουργείται στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) με σκοπό την ανάπτυξη διαγνωστικών μεθόδων στη γενετική και την προώθηση της ιατρικής ακριβείας στον τομέα της ογκολογίας: το Ελληνικό Δίκτυο Μοριακής Ογκολογίας (ΕΔΙΜΟ).

Το ΕΔΙΜΟ θα λειτουργήσει υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Επιστημονικός υπεύθυνος του Δικτύου έχει οριστεί ο καθηγητής Κωνσταντίνος Στρατάκης, κλινικός γενετιστής γιατρός και διευθυντής ερευνών γενετικής και ιατρικής ακριβείας στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, με 30ετή έρευνα στην ανίχνευση της γενετικής προδιάθεσης διαφόρων όγκων.

Ο ΕΔΙΜΟ θα είναι συνδεδεμένο με πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικούς φορείς της Ελλάδας, συγκροτώντας ένα διαγνωστικό και ερευνητικό δίκτυο για ογκολογικούς ασθενείς, με στόχο:

1.Την παροχή διαγνωστικών υπηρεσιών και τη συμμετοχή ασθενών σε κλινικές μελέτες

2.Την ανάπτυξη νέων διαγνωστικών πρωτοκόλλων μοριακής βιολογίας για ευρεία κλινική εφαρμογή

3.Την υποβολή εισηγήσεων προς το Υπουργείο Υγείας αναφορικά με τους νέους βιοδείκτες οι οποίοι πρέπει να αναλύονται και με τις εξετάσεις που πρέπει να αποζημιώνονται

4.Τον εμπλουτισμό των δημόσιων βάσεων δεδομένων στην υγεία και την οργάνωση του εθνικού αποθετηρίου βιοδεδομένων.

Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΔΙΜΟ, ο Υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Δρ. Χρίστος Δήμας, δήλωσε: «Το ΙΤΕ αναλαμβάνει τον συντονισμό του Ελληνικού Δικτύου Μοριακής Ογκολογίας (ΕΔΙΜΟ), αξιοποιώντας το επιστημονικό δυναμικό και την τεχνογνωσία που διαθέτει όλη η χώρα, με στόχο την προώθηση της ιατρικής ακριβείας στον τομέα της ογκολογίας. Είμαι βέβαιος πως θα αποδοθούν εξαιρετικά ερευνητικά αποτελέσματα και υπηρεσίες. Καλή αρχή!».

Τη στήριξή του στο εγχείρημα εξέφρασε και ο Γενικός Γραμματέας Έρευνας και Καινοτομίας, καθ. Αθανάσιος Κυριαζής, ο οποίος ευχήθηκε ολόψυχα καλή επιτυχία.

Ο Πρόεδρος του ΙΤΕ και Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νεκτάριος Ταβερναράκης, σημείωσε: «Το ΙΤΕ βρίσκεται από την αρχή στην πρώτη γραμμή των εμβληματικών πρωτοβουλιών εθνικής εμβέλειας στον τομέα της ιατρικής ακριβείας. Το Ίδρυμα και τα Ινστιτούτα του, υλοποιούν, αναπτύσσουν και συμμετέχουν σε μια σειρά από δράσεις, με άμεσο κοινωνικό όφελος, οι οποίες καλύπτουν το φάσμα ογκολογικών, καρδιαγγειακών, νευροεκφυλιστικών παθήσεων και του ιού SARS-CoV-2.

Είμαι βέβαιος πως το ΕΔΙΜΟ, υπηρετώντας τη βασική και εφαρμοσμένη έρευνα στον τομέα της μοριακής ογκολογίας, θα προσφέρει στους ερευνητές υψηλού επιπέδου ευκαιρίες και δυνατότητες συνεργασίας, σε ένα πεδίο όπου η έρευνα συναντά μία επιτακτική ανάγκη της κοινωνίας και της δημόσιας υγείας. Παράλληλα, θα συμβάλλει καθοριστικά στην αναβάθμιση της περίθαλψης ασθενών με καρκίνο και στην έγκαιρη εφαρμογή κατάλληλης πρόληψης».

Από την πλευρά του, ο καθ. Κωνσταντίνος Στρατάκης ανέφερε πως «είναι άμεση ανάγκη η Ελλάδα να προχωρήσει στον σχεδιασμό υπηρεσιών ιατρικής ακριβείας οι οποίες υπηρετούν τους πολίτες και τις ανάγκες του συστήματος υγείας αλλά και να θέσει τις βάσεις για έρευνα στον χώρο αυτό», συμπληρώνοντας πως θεωρεί «μεγάλη τιμή την επικείμενη συνεργασία με τους εκπροσώπους των ασθενών, της κλινικής ιατρικής και της ερευνητικής και ακαδημαϊκής κοινότητας για την προώθηση της ιατρικής ακριβείας στη χώρα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα».

Περισσότερα :

To ΙΤΕ ιδρύει το Ελληνικό Δίκτυο Μοριακής Ογκολογίας για κλινικές μελέτες και ιατρική ακριβείας

Η επίπτωση της καθυστερημένης χειρουργικής θεραπείας στον καρκίνο του δέρματος στην εποχή της COVID-19

Η πανδημία λόγω της ασθένειας COVID-19 (Coronavirus disease-19) έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της ζωής, παγκοσμίως.Η εφαρμογή της γενικευμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας (lockdown) στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη στις 11 μαρτίου 2020 είχε στόχο τον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου αλλά και την υποστήριξη των συστημάτων υγείας, με τη διακοπή, μεταξύ άλλων, των προγραμματισμένων χειρουργείων και την περιορισμένη πρόσβαση στα εξωτερικά ιατρεία. Δεδομένου ότι η πανδημία δεν έχει αντιμετωπιστεί, είναι κρίσιμο να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος του lockdown στη διαχείριση των ογκολογικών περιστατικών και στην προκειμένη περίπτωση ασθενών με καρκίνο του δέρματος

Η συγκεκριμένη συγκριτική κλινική μελέτη πραγματοποιήθηκε στην κλινική Πλαστικής Χειρουργικής του Πανεπιστημιακού νοσοκομείου Ιωαννίνων,το οποίο είναι το μοναδικό τριτοβάθμιο νοσοκομείο της περιοχής και ένα από τα δεκατρία νοσοκομεία αναφοράς COVID-19 στην Ελλάδα.

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με 3 καρκίνο του δέρματος, είτε μη μελανωτικό
(NMSC, συγκεκριμένα βασικοκυτταρικό καρ-αποκατάστασης* κίνωμα-BCC ή ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα-SCC) είτε μελάνωμα (MM), που χειρουργήθηκαν σε περίοδο 4 μηνών, μεταξύ του τέλους του lockdown και πριν από τους περιορισμούς στο νοσοκομείο λόγω του δεύτερου κύματος (20/5/20 έως 20/9/20).Αασθενείς με άλλους τύπους καρκίνου του δέρματος, προκαρκινικούς και μη καρκινικούς όγκους του δέρματος αποκλείστηκαν από τη μελέτη.

Η ομάδα του 2020 συγκρίθηκε με την ομάδα ασθενών που χειρουργήθηκε την ίδια περίοδο το 2019 (ομάδα ελέγχου). για τη συλλογή των δημογραφικών, κλινικών και χειρουργικών παραμέτρων του πληθυσμού της μελέτης χρησιμοποιήθηκε η κλινική βάση δεδομένων και τα παθολογοανατομικά πορίσματα. αναλύθηκε ο αριθμός και οι τύποι των καρκίνων του δέρματος που αφαιρέθηκαν, τα χαρακτηριστικά κάθε τύπου, οι μέθοδοι αποκατάστασης που χρησιμοποιήθηκαν και το ποσοστό πλήρους εκτομής που επιτεύχθηκε.

Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 283 περιπτώσεις, 158 το 2020 και 125 το 2019 (αύξηση 26,4%). Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων όσον αφορά την ηλικία και το φύλο για το NMSC. Μεγαλύτερος αριθμός γυναικών χειρουργήθηκε το 2020 (p<0,05). Αν και δεν ανέκυψαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές για τα NMSC, BCC, SCC στις διάφορες κλινικές παραμέτρους, ο τύπος αποκατάστασης που απαιτήθηκε για τα NMSC το 2020 ήταν διαφορετικός, απαιτώντας είτε μόσχευμα δέρματος είτε κρημνό (p=0,006).

Ο καρκίνος του δέρματος αποτελεί το συχνότερο τύπο καρκίνο που προσβάλλει τον άνθρωπο. Τα ευρήματα της μελέτης κατέδειξαν την αυξημένη ανάγκη χειρουργικής αντιμετώπισης ασθενών με καρκίνο του δέρματος μετά τον τερματισμό του lockdown. Η αναβολή της παροχής ιατρικής φροντίδας κατά 2 μήνες οδήγησε σε διπλασιασμό του αριθμού των περιστατικών SCC που χειρουργήθηκαν σε διάστημα 4 μηνών. Εαν και δεν αναδείχτηκε στατιστικώς σημαντική επιδείνωση στα χαρακτηριστικά των NMSC, διαπι- στώθηκε η συχνότερη ανάγκη εφαρμογής πιο πολύπλοκων μεθόδων αποκατάστασης του ελλείμματος. Όσον αφορά το μελάνωμα, η δίμηνη καθυστέρηση δεν φάνηκε να οδηγεί σε πιο προχωρημένα μελανώματα ή τύπο επέμβασης, γεγονός που επιβεβαιώνει την προτεινόμενη διαχείριση του μελανώματος κατά την πανδημία.

Λαμβάνοντας υπόψη τα αλλεπάλληλα κύματα COVID-19 κρίνεται απαραίτητη η προσαρμογή των συστημάτων υγείας ώστε να διασφαλίζεται η σωστή και έγκαιρη διαχείριση των ασθενών με καρκίνο του δέρματος. Η τακτική ογκολογική παρακολούθηση μέσω τηλεϊατρικής και εικονικών επισκέψεων θα μπορούσε να εφαρμοστεί για ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο μόλυνσης από SARS-CoV-2 και ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος, ώστε ο κίνδυνος μετάδοσης της νόσου να μειωθεί, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα τον τακτικό έλεγχο για την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου του δέρματος.

Η πανδημία έχει αλλάξει βαθιά την καθημερινή πρακτική του χειρουργού, που καλείται να προσφέρει τη βέλτιστη φροντίδα στους ασθενείς με καρκίνο, αποτρέποντας παράλληλα την περαιτέρω εξάπλωση της COVID-19. Τα αποτελέσματα της μελέτης επιβεβαιώνουν τις υπάρχουσες οδηγίες, αλλά εγείρουν ανησυχίες σχετικά με τη σωστή διαχείριση του SCC και τις μεθόδους αποκατάστασης που απαιτούνται για το NMSC.

Λαμβάνοντας υπόψη τα αλλεπάλληλα κύματα της πανδημίας, η πίεση στο σύστημα υγείας θα συνεχίσει να αυξάνεται. ώς εκ τούτου, τα νοσοκομεία θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν για να αντιμετωπίζουν εγκαίρως και άλλα νοσήματα πέραν της COVID-19, όπου συγκαταλέγεται και ο καρκίνος του δέρματος, διασφαλίζοντας παράλληλα επαρκείς πόρους για τη διαχείριση των ασθενών με COVID-19 και την ασφάλεια των ασθενών.

Συγκριτική μελέτη
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΕΡΕΤΗΣ, M.D., M.SC., PH.D., ΕΛΕΝΗ ΜΠΟΠΤΣΗ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΟΠΤΣΗ, M.D., ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΛΥΚΟΥΔΗΣ, M.D., PH.D
Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

The impact of treatment delay on skin cancer in COVID-19 era: a case-control study
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό: World Journal of Surgical Oncology volume 19, Article number: 350 (2021) doi:10.1186/s12957-021-02468-z

Η χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού μειώνεται με την πάροδο του χρόνου

Σύμφωνα με τον Αντώνη Χαρλαύτη, Διευθυντή Τμήματος Χειρουργικής Μαστού Β’ στο Ογκολογικό Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Hellenic Medical Review, παρατηρείται αύξηση των περιστατικών καρκίνου του μαστού ανά έτος με μικρή μείωση του μέσου χρόνου ηλικίας εμφάνισης, Ωστόσο, προσθέτει ότι επίσης καταγράφεται στη χώρα μας μια σαφής παράταση της επιβίωσης των γυναικών, είτε λόγω πρώιμης-έγκαιρης διάγνωσης και συνεπώς αντιμετώπισης, είτε λόγω αποτελεσματικότερων θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε μικρή αύξηση των ποσοστών εμφάνισης καρκίνου μαστού, περίπου 0.4% ανά έτος. Από την άλλη πλευρά, η θνητότητα από καρκίνο μαστού έχει μειωθεί κατά 40% από το 1989 μέχρι το 2020 

“Υπολογίζονται 7.000-8.000 νέα περιστατικά ανά έτος. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει Εθνικό Αρχείο Νεοπλασιών για να έχουμε ακριβή στοιχεία των νέων περιστατικών γυναικών με καρκίνο του μαστού. Μια εκτίμηση μπορεί να γίνει για αύξηση των περιστατικών ανά έτος με μικρή μείωση του μέσου χρόνου ηλικίας εμφάνισης, καθώς και μια σαφής παράταση της επιβίωσης των γυναικών, είτε λόγω πρώιμης-έγκαιρης διάγνωσης και συνεπώς αντιμετώπισης, είτε λόγω αποτελεσματικότερων θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των περιστατικών και της έκβασης αυτών μετά τη θεραπευτική αντιμετώπιση σε εθνικό επίπεδο, καθώς και μια προσπάθεια συντονισμένης και συγκεκριμένης (κοινής) αντιμετώπισης, ανάλογα με τα ατομικά δεδομένα των πασχουσών. Η συνεργασία επιστημονικών συλλόγων και κρατικού φορέα μπορεί να συντελέσει σε αυτό”.

Οι σημαντικότερες επιστημονικές ανακοινώσεις στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού τον τελευταίο χρόνο

“Μικρά βήματα μπροστά επιτυγχάνονται κάθε χρόνο στη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Αρχίζοντας από την τοπική αντιμετώπιση της νόσου, διαπιστώνεται ότι με την πάροδο των ετών η χειρουργική αντιμετώπιση μειώνεται σε έκταση, είτε στον μαστό είτε στη μασχάλη. Γνωρίζοντας ότι η νόσος θεωρείται συστηματική τα εκτεταμένα ριζικά χειρουργεία δεν προσφέρουν κάποιο όφελος στη γυναίκα σε επιβίωση ή σε υποτροπή της νόσου. Με την εφαρμογή δε προ-εγχειρητικών θεραπειών, η μετατροπή ενός χειρουργείου από πιθανά ολικό σε μερικό είναι συχνότατη”.

“Επίσης, γνωρίζοντας ότι ο λεμφαδενικός καθαρισμός της μασχάλης δεν αλλάζει την επιβίωση, η εφαρμογή της διερεύνησης της μασχάλης με τη μέθοδο του φρουρού λεμφαδένα ακολουθείται στην πλειονότητα των περιστατικών. Η προεγχειρητική χημειοθεραπεία σε επιλεγμένα περιστατικά εφαρμόζεται όλο και περισσότερο, προσφέροντας όφελος στη γυναίκα από τη διατήρηση του μαστού της έως και αποφυγή εκτεταμένου χειρουργείου στη μασχάλη. Η σήμανση της πρωτοπαθούς εστίας ή και του διηθημένου μασχαλιαίου λεμφαδένα έχει οδηγήσει σε ελαχιστοποίηση της επεμβατικής πράξης, δηλαδή σε βελτίωση της ποιότητας ζωής της γυναίκας. Η εφαρμογή ακτινοθεραπείας θεωρείται εφάμιλλο θεραπευτικό βήμα με λιγότερες παρενέργειες”.

“Η διαπίστωση της γενετικής υπογραφής του όγκου με μεθόδους όπως Oncotype, Mammaprint κ.ά., έχει οδηγήσει σε μείωση των θεραπειών, ακόμα και σε γυναίκες με θετικό λεμφαδένα στη μασχάλη. Εξετάζοντας το γενετικό προφίλ του όγκου σε οποιοδήποτε στάδιο παίρνονται θεραπευτικές αποφάσεις προς όφελος των πασχουσών γυναικών. Η ιατρική ακριβείας που οδηγεί σε εξατομικευμένη θεραπεία καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Η υγρή βιοψία, μέσω ανίχνευσης στο αίμα κυκλοφορούντος DNA του όγκου (circulating tumor DNA, ctDNA), μπορεί να αναδείξει τη «μοριακή υποτροπή» της νόσου νωρίτερα από το απεικονιστικό εύρημα και να χορηγηθεί εγκαίρως θεραπεία”.

“Το γενετικό προφίλ του όγκου (γενετικό αποτύπωμα, γενετική υπογραφή), έχει σημασία τόσο στην πρόγνωση όσο και στην επιλογή της θεραπείας. Η ύπαρξη γενετικών μεταλλάξεων υπολογίζεται πλέον στη θεραπευτική αντιμετώπιση, όχι μόνο σε προφυλακτικά χειρουργεία, αλλά και στην επιλογή ορισμένων φαρμάκων. Ο συνδυασμός των ακαδημαϊκών μελετών με τις εμπορικές μελέτες συμβάλλει στην πρόοδο της ιατρικής στην αντιμετώπιση της νόσου”.

Ο ρόλος της πανδημίας στην επιδημιολογική εικόνα στη χώρα μας

“Σίγουρα κατά την περίοδο της πανδημίας και κυρίως κατά την αρχική φάση και προ της έναρξης των εμβολίων, οι γυναίκες καθυστέρησαν χρονικά τον προληπτικό τακτικό τους έλεγχο, φοβούμενες πιθανή νόσηση λόγω της προσέλευσής τους σε διαγνωστικά κέντρα ή σε εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείων. Ως αποτέλεσμα έχουμε την καθυστέρηση της διάγνωσης σε πιο πρώιμο στάδιο, με ό,τι και αν σημαίνει αυτό στην εξέλιξη της νόσου”.

“Παρουσιάστηκαν γυναίκες οι οποίες ενώ είχαν κλινικό εύρημα δεν προσήλθαν για διερεύνηση εγκαίρως, με τον ίδιο φόβο επαφών-νόσησης. Ακόμη νοσήσασες γυναίκες καθυστέρησαν τον τακτικό έλεγχό τους, με συνέπεια τη μη έγκαιρη αποκάλυψη της υποτροπής της νόσου των. Υπάρχουν διεθνείς μελέτες σε εξέλιξη, τα πρώιμα αποτελέσματα των οποίων δείχνουν μια επιβάρυνση της πρόγνωσης της νόσου, με μια τάση αύξησης των θεραπειών, καθώς και επιπτώσεις στην τελική έκβαση”.

Οι αλλαγές στην κατηγοριοποίηση της ασθένειας 

“Το παλαιό σύστημα Τ-Ν-Μ (Όγκος-Λεμφαδένες-Μεταστάσεις) σταδιακά τα τελευταία χρόνια παύει να αξιολογείται. Είναι σύστημα κατηγοριοποίησης της ασθένειας για τη γενική κατάταξη σταδίου της νόσου που χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία πολλά χρόνια, όχι μόνο για τον καρκίνο του μαστού, αλλά και για τους υπόλοιπους συμπαγείς όγκους του σώματος. Με τη λεπτομερέστερη μελέτη των βιολογικών δεδομένων του καρκίνου του μαστού, παίρνονται οι καταλληλότερες αποφάσεις για την αλληλουχία των θεραπευτικών παρεμβάσεων”.

‘Με μια λήψη προεγχειρητικά ιστού μέσω διαδερμικής βιοψίας, αξιολογούνται λεπτομέρειες, όπως η ορμονοεξάρτηση του όγκου (ER,PR), η έκφραση μιας πρωτεΐνης (HER), ο ρυθμός πολλαπλασιασμού των καρκινοκυττάρων (Ki67), που σε συνάρτηση με τα κλινικά απεικονιστικά δεδομένα θα καθορίσουν τη θεραπεία (αν θα προηγηθεί το χειρουργείο, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία και ακτινοθεραπεία), καθώς και γενετικά δεδομένα της γυναίκας (μεταλλάξεις BRCA1 και BRCA2), αλλά και το γενετικό αποτύπωμα του όγκου”.

Η σημασία της γενετικής προδιάθεσης στον καρκίνο του μαστού και η αξία του γονιδιακού τεστ

“Η πλειονότητα των νοσημάτων έχει γενετικό υπόστρωμα. Ιδιαίτερα στον καρκίνο του μαστού εδώ και δεκαετίες έχουν ενοχοποιηθεί δύο ογκοκατασταλτικά γονίδια, το BRCA1 και το BRCA2. Συνήθως συναντώνται αυτά σε οικογένειες με πάσχουσες περισσότερες των δύο, καθώς και σε συνδυασμό με κακοήθειες άλλων οργάνων, όπως των ωοθηκών και του παγκρέατος. Έχουν ταυτοποιηθεί συγκεκριμένες μεταλλάξεις των γονιδίων αυτών που εκφράζουν κλινικά την αυξημένη πιθανότητα νόσησης της γυναίκας, οπότε με τη διαπίστωσή τους προτείνονται προληπτικά διαγνωστικά ή επεμβατικά μέτρα για την αύξηση της επιβίωσής της”.

“Παράλληλα, στα γενετικά τεστ ελέγχονται και άλλα γονίδια (CDH1, CHECK2, PALB2, RAD51C, BRIP1, ATM), συγκεντρώνοντας δεδομένα για μελέτες και αξιοποίησή τους στο μέλλον. Υπάρχει μια δυσκολία συσχέτισης συγκεκριμένων μεταλλάξεων και της κλινικής τους σημασίας. Κατευθυντήριες οδηγίες για γενετικό έλεγχο δόθηκαν για όλες τις πάσχουσες γυναίκες μικρής ηλικίας, ανεξαρτήτως ιστορικού, για γυναίκες με έντονο οικογενειακό ιστορικό, είτε καρκίνου μαστού είτε άλλων, όπως προαναφέρθηκε”.

“Η σημασία του γενετικού ελέγχου σε συγγενείς πασχουσών γυναικών γίνεται όλο και πιο αξιολογήσιμη. Κόρες με μητέρες που νόσησαν σε μικρή ηλικία, προεμμηνοπαυσικές γυναίκες, στενές συγγενείς αυτών, γυναίκες με έντονο οικογενειακό ιστορικό, δύνανται να υποβληθούν σε γονιδιακό έλεγχο και ανάλογα με το αποτέλεσμα να αποφασίσουν”.

“Η αξιολόγηση των γενετικών αποτελεσμάτων πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένες ομάδες γενετικής συμβουλής, ίσως και πριν την εξέταση, για την πληρέστερη ενημέρωση. Το να προτείνεις σε μια νέα γυναίκα αμφοτερόπλευρο προφυλακτική μαστεκτομή (δηλαδή ακρωτηριασμό),δεν είναι το ευκολότερο πράγμα, ειδικά εάν δεν την έχεις ενημερώσει για τους κινδύνους νόσησης, το όφελος από την πράξη σε αντιδιαστολή με την σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία”.

Ο ρόλος της ανοσοθεραπείας και των στοχευμένων θεραπειών

“Τα φάρμακα στοχευμένης θεραπείας δρουν κατά πρωτεϊνών-στόχων των καρκινοκυττάρων, αναστέλλοντας την ανάπτυξη, τη διασπορά και τον χρόνο ζωής τους. Οδηγούν στην καταστροφή των καρκινοκυττάρων ή επιβραδύνουν την ανάπτυξή τους. Έχουν συνήθως διαφορετικές παρενέργειες από τη χημειοθεραπεία και μπορούν να δοθούν ενδοφλεβίως υποδορίως ή από του στόματος. Μερικά από αυτά μπορούν να θεωρηθούν και ως ανοσοθεραπεία, γιατί διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα”.

“Επιχειρώντας μια κατηγοριοποίηση της στοχευμένης θεραπείας για τον καρκίνο του μαστού, έχουμε τα εξής φάρμακα:

1. Για HER2 θετικούς (trastuzumab, pertuzumab κ.ά.)

2. Για θετικούς ορμονικούς υποδοχείς (CDK 4/6 inhibitors)

3. Για μεταλλάξεις BRCA1/2 (PARP inhibitors)

4. Για τριπλά αρνητικό καρκίνο (συνδυασμός).

“Η εφαρμογή των στοχευμένων θεραπειών ή και της ανοσοθεραπείας, μόνη ή σε συνδυασμό με ανοσοθεραπεία και ορμονοθεραπεία, έχει βελτιώσει σημαντικά τους στόχους των μελετών όσον αφορά τα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, όπως το PFS ή και την επιβίωση”.

“Το μεγάλο πρόβλημα της χορηγήσεων αυτών των θεραπειών είναι οι παρενέργειες, που οδηγούν και στη διακοπή της θεραπείας μερικές φορές.

Τα κριτήρια για μια χειρουργική επέμβαση στον καρκίνο του μαστού

“Εφόσον επιλεγεί να προηγηθεί η χειρουργική επέμβαση, οι επιλογές που υπάρχουν είναι δύο: είτε μερική είτε ολική μαστεκτομή. Από τα κύρια κριτήρια επιλογής είναι το μέγεθος του όγκου προς το μέγεθος του μαστού. Ένας όγκος 3 εκ. σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ολική αφαίρεση του οργάνου σε μια γυναίκα με μικρούς μαστούς, ενώ μερική αφαίρεση σε άλλη με μεγάλο μέγεθος μαστού. Μερικές φορές λαμβάνεται υπόψη και η απόσταση από τη θηλή: όταν γειτνιάζει ή σχεδόν εφάπτεται της θηλής, προτείνεται ολική αφαίρεση”.

“Η πολυεστιακότητα ή πολυκεντρικότητα της νόσου είναι ένδειξη για ολική μαστεκτομή, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η ευρεία εκτομή ολίγων εστιών είναι ογκολογικά πλέον αποδεκτή. Στόχος είναι το κοσμητικό αποτέλεσμα να είναι αποδεκτό από τη γυναίκα, υπολογίζοντας και την αισθητική επιβάρυνση που υπάρχει από την εφαρμογή ακτινοθεραπείας μετεγχειρητικά”.

“Υπολογίζοντας πάντα και το έντονο οικογενειακό ιστορικό, όταν υπάρχει, καθώς και τη γενετική προδιάθεση, μέσω γονιδιακού ελέγχου, η επέμβαση μπορεί να είναι ριζική και αμφοτερόπλευρη, γιατί η πιθανότητα επανεμφάνισης είναι αυξημένη και στον υγιή μαστό.

Οι κύριες αντενδείξεις για συντηρητική χειρουργική επέμβαση

“Υπάρχουν απόλυτες και σχετικές αντενδείξεις.

Απόλυτες: α) Πρώτο τρίμηνο κυήσεως (αδύνατη η ακτινοθεραπεία), β) πολυκεντρική νόσος, γ) διάχυτες ύποπτες μικροαποτιτανώσεις που υποδηλώνουν εκτεταμένο DCIS, δ) φλεγμονώδης καρκίνος μαστού, ε) όταν η εκτομή πρέπει να έχει υγιή και ασφαλή ογκολογικά όρια με το αισθητικό αποτέλεσμα να είναι απογοητευτικό, στ) γενετική προϋπόθεση αυξημένου κινδύνου υποτροπής ή επανεμφάνισης της νόσου στον άλλο μαστό (μεταλλάξεις σε γονίδια BRCA1, BRCA2, ATM κ.ά.).

Σχετικές αντενδείξεις: α) Προηγηθείσα ακτινοθεραπεία στην περιοχή του θωρακικού τοιχώματος και του μαστού, β) ενεργή αυτοάνοσος νόσος όπου συμμετέχει και το δέρμα (σκληρόδερμα, ερ. λύκος κ.ά.), γ) μεγάλο μέγεθος του όγκου σε σχέση με το μέγεθος του μαστού.

Τεχνικές ογκοπλαστικής ή και εφαρμογή προεγχειρητικής χημειοθεραπείας μπορεί να μετατρέψουν την αρχική απόφαση από ριζική επέμβαση σε συντηρητική, διατηρώντας τον μαστό”.

Σχετικά με την αποκατάσταση μαστού 

“Επιθυμία κάθε γυναίκας είναι η ποιότητα ζωής. Η αποκατάσταση του μαστού μετά από μαστεκτομή εκτελείται από εξειδικευμένη ομάδα γιατρών, κυρίως με ειδικότητα πλαστικής χειρουργικής στην Ελλάδα. Μπορεί να είναι άμεση, δηλαδή κατά το πρώτο χειρουργείο μετά την αρχική ογκολογική επέμβαση ή και σε δεύτερο χρόνο, μετά τις επικουρικές προτεινόμενες θεραπείες”.

“Υπάρχουν πολλές τεχνικές αποκατάστασης που εξαρτώνται κυρίως από τη βιολογική κατάσταση της γυναίκας, το προσδόκιμο επιβίωσης και από τη συναπόφαση για το είδος μεταξύ της γυναίκας και του θεράποντος ιατρού. Ανάλογα με την τεχνική, δηλαδή εάν θα χρησιμοποιηθούν διατατήρες ιστών ή κατευθείαν μόνιμα ενθέματα ή ακόμη και αυτόλογος ιστός, διαρκεί και η χειρουργική επέμβαση”.

“Πολύωρες επεμβάσεις μπορεί να έχουν και αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και παρενεργειών. Η γενική αναισθησία, οι μεταγγίσεις αίματος θεωρούνται και παράγοντας ανοσοκαταστολής για τις ασθενείς. Πρέπει ο θεράποντας ιατρός να ενημερώσει λεπτομερώς τη γυναίκα για τις τεχνικές, ώστε να συναποφασίσει υπολογίζοντας και τους κινδύνους. Κοσμητικά πιο αποδεκτό αποτέλεσμα προκύπτει στις γυναίκες που ο μαστός τους αποκαθίσταται σε δεύτερο χρόνο (αποτέλεσμα μελετών)”.

Αντώνης Χαρλαύτης: «Με την πάροδο των ετών η χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου μαστού μειώνεται σε έκταση» – Hellenic Medical Review

Συσχέτιση της Διατροφής με την Πρόγνωση του Καρκίνου του Μαστού

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερο καρκίνο μεταξύ των γυναικών και την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο, στις γυναίκες, παγκοσμίως. Καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση των παραγόντων που δρουν προστατευτικά στην πρόγνωση του καρκίνου του μαστού.

Σε μελέτη που που έγινε από τους Άννα Γιαννούτσου Αντωνία Καλογιάννη, Θεόδωρος Καπάδοχος, Νικολέττα Μάργαρη,και βρίσκουμε στην Συστηματική Ανασκόπηση 2021, 60(4): 400–412 του Hellenic Journal of Nursing, ανακτήθηκαν αρχικά 927 μελέτες από τις οποίες οι 12 συμπεριλήφθησαν στην παρούσα μελέτη.Τα αποτελέσματα της είναι ενδεικτικά για την συμβολή της διατροφής στην πρόγνωση του Καρκίνου μιας και επιβεβαίωσε ότι η διατροφή επηρεάζει την πρόγνωση του καρκίνου του μαστού και την επιβίωση. Οι γυναίκες που ακολουθούν ποιοτικό πρότυπο διατροφής δύνανται να βελτιώσουν την πορεία του καρκίνου.

Εξετάστηκαν έρευνες που αφορούσαν  μεμονωμένες διατροφικές ομάδες: γαλακτοκομικά, ψάρια και οστρακοειδή, τρόφιμα ολικής άλεσης, φυτικές ίνες, φυτοοιστρογόνα, σόγια, αλκοόλ και τσάι. Από την ανάλυση των μελετών φαίνεται ότι η κατανάλωση ψαριού δρα ευεργετικά, καθώς μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλέον συμβάντων του καρκίνου του μαστού και της θνησιμότητας. Επίσης, φαίνεται ότι η αυξημένη κατανάλωση βρώμης/μούσλι πριν τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού είναι πιθανό να μειώνει τη θνησιμότητα, αλλά η αυξημένη κατανάλωση ψωμιού σικάλεως μετά τη διάγνωση αυξάνει τη θνητότητα από καρκίνο του μαστού. Επιπλέον, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που καταναλώνουν αλκοόλ φαίνεται να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής της νόσου, ενώ συχνή κατανάλωση πράσινου τσαγιού μετά τη διάγνωση βοηθάει στην καλύτερη επιβίωση.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε όλοι το 90% των γυναικών με καρκίνο του μαστού επιβιώνουν πέντε ή περισσότερα χρόνια,4 ενώ σύμφωνα με ιρανή διαχρονική μελέτη που συμμετείχαν 3.048 γυναίκες, η πενταετής επιβίωση ήταν 76%. Καθίσταται έτσι σημαντική η διερεύνηση των παραγόντων του τρόπου ζωής που δρουν προστατευτικά στην πρόγνωση της νόσου.

Έχει παρατηρηθεί ότι γυναίκες διαγνωσμένες με καρκίνο του μαστού που ακολουθούσαν υγιεινή διατροφή, η οποία συμπεριλάμβανε αυξημένη πρόσληψη φρούτων, λαχανικών, τροφίμων ολικής αλέσεως και πουλερικών, είχαν στατιστικά σημαντική μείωση του συνολικού κινδύνου θανάτου και του θανάτου από άλλες αιτίες, που δεν συνδέονται με τον καρκίνο. Η υιοθέτηση του προτύπου της μεσογειακής διατροφής ότι είναι ευεργετική στην προστασία ενάντια στον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού και συμβάλλει στη μείωση των υποτροπών.

Αντίθετα, στις γυναίκες που η διατροφή τους συμπεριλάμβανε υψηλή πρόσληψη κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος καθώς και σιτηρών, παρατηρήθηκε αύξηση του κινδύνου του συνολικού θανάτου και του θανάτου από αιτίες μη σχετιζόμενες με καρκίνο. Επίσης, η παχυσαρκία συσχετίζεται με μεγαλύτερη υποτροπή του καρκίνου του μαστού.

Η Αμερικανική Εταιρεία για τον Καρκίνο, στις οδηγίες της για τους επιζώντες της νόσου, συμπεριλαμβάνει τη διατήρηση υγιούς βάρους, την υιοθέτηση ενεργού τρόπου ζωής και υγιεινή διατροφή, περιορίζοντας την κατανάλωση αλκοόλ. Μια υγιεινή διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, πουλερικά, καθώς και ψάρια, φαίνεται να συσχετίζεται με ελαττωμένη θνησιμότητα, ύστερα από τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού.

Περισσότερα στο  Διατροφη και Καρκινος

 

Συνέντευξη του Καθηγητή κ.Ντουράκη για τον ηπατοκυτταρικό καρκίνο στο Hellenic Medical Review.

H συχνότητα του ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ) αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο στις επόμενες δεκαετίες, κυρίως λόγω της επιδημίας της λοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) στις δεκαετίες του ‘60 και ’70 και στην σύγχρονη πανδημία της μεταβολικής μη-αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος σε έδαφος κοιλιακής παχυσαρκίας και σακχαρώδους διαβήτη τυπου 2, επισημαίνει ο Σπυρίδων Π. Ντουράκης, Παθολόγος-Ηπατολόγος, Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Hellenic Medical Review. Και προσθέτει ότι οι συγχρονες αντιικές αγωγές και ο εκτεταμμένος υποχρεωτικός εμβολιασμός έναντι του HBV μειώνουν πολύ σημαντικά την εκδήλωση του ΗΚΚ.

Στην ερώτηση πόσο συχνός είναι ο ηπατοκυτταρικός καρκίνος και εαν έχει αλλάξει η συχνότητα εμφάνισης τα τελευταία χρόνια διεθνώς και στη χώρα μας ή εάν εμφανίζεται αλλαγή στην κατανομή των φύλων απάντησε

O ηπατοκυτταρικός καρκίνος (HKK) αποτελεί το συχνότερο πρωτοπαθή καρκίνο του ήπατος. Είναι συχνός καρκίνος διεθνώς και στον τόπο μας και από τις συχνότερες αιτίες θανάτου από νεοπλασματική νόσο. Ο δεύτερος σε συχνότητα πρωτοπαθής καρκίνος του ήπατος, το χολαγγειοκαρκίνωμα, παρότι αυξάνει τα τελευταία χρόνια, είναι πολύ σπανιότερος. Οι νέες περιπτώσεις (επίπτωση) του HKK υπολογίζονται σε 850.000 ασθενείς / έτος με προοπτική να ξεπεράσει το εκατομμύριο το 2030 (1-4/100.000 πληθυσμού στις Δυτικές χώρες και 50-150/100.000 στην Αφρική και Ασία). Στην Ελλάδα και τη Βαλκανική χερσόνησο, η επίπτωση κυμαίνεται μεταξύ 5 και 15 ανά 100.000 πληθυσμού και είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης. H συχνότητα του HKK διεθνώς, αυξήθηκε τα τελευταία 20 χρόνια κυρίως λόγω της επιδημίας της λοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) στις δεκαετίες του ‘60 και ’70 και αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο στις επόμενες δεκαετίες, λόγω της σύγχρονης πανδημίας της μεταβολικής μη-αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος (Μ-ΜΑΛΝΗ) σε έδαφος κοιλιακής παχυσαρκίας και σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Πρόκειται για τον 5ο συχνότερο καρκίνο στους άνδρες (749.000 νέα περιστατικά ανά έτος) και τον 9Ο στις γυναίκες. Η αναλογία ανδρών / γυναικών κυμαίνεται μεταξύ 8 προς 1 στην Αφρική και 2 προς 1 στις χώρες της Ευρώπης. Η επίπτωσή του αυξάνει προοδευτικά με την πάροδο της ηλικίας έχοντας ως αιχμή τα 70 έτη.

Ο καθηγητής μιλώντας για τις Oι πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις σε σχέση με τα γονίδια που ενδέχεται να έχουν ρίξει νέο φως στα αίτια δημιουργίας του καρκίνου του ήπατος δήλωσε ότι

Ο ΗΚΚ αναπτύσσεται συνήθως σε έδαφος χρονίας ηπατικής νόσου καθώς το αναγεννώμενο ηπατοκύτταρο μεταλλάσσεται σε περιβάλλον φλεγμονής και εξελισσόμενης ίνωσης. Η μελέτη του γονιδιώματος του νεοπλασματικού κυττάρου (ογκογονίδια, αντι-ογκογονίδια), που λέγεται μοριακή σφραγίδα, επιτρέπει την ταξινόμησή του ΗΚΚ ανάλογα με παθολογοανατομικά, γενετικά, μοριακά και ογκολογικά χαρακτηριστικά. Οι αυξητικοί παράγοντες και οι αντίστοιχοι υποδοχείς τους υπερεκφράζονται ή αποδιοργανώνονται στην καρκινογένεση. Οι σχετικά πρόσφατες γνώσεις για τη βιολογία του όγκου και τα μοριακά μονοπάτια που ενέχονται στην παθογένεια του ΗΚΚ οδήγησαν στην αναγνώριση πολλαπλών δυνητικών στόχων θεραπείας. Η ηπατοκαρκινογένεση σε έδαφος χρονίας ιογενούς ηπατίτιδας φαίνεται να ακολουθεί διαφορετικά μονοπάτια από εκείνη σε έδαφος Μ-ΜΑΛΝΗ. Επιπλέον, μελετώνται εκτενώς οι ενισχυτικοί και ανασταλτικοί παράγοντες της ανοσίας του ανθρώπου απέναντί του. Μελλοντικώς, μπορεί η ανάλυση του κυκλοφορούντος καρκινικού DNA στο αίμα (‘’υγρή βιοψία’’) να βοηθήσει στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση.

Παράγοντες που προδιαθέτουν στην ανάπτυξη του HKK είναι η κίρρωση του ήπατος ανεξαρτήτως αιτιολογίας, η χρόνια λοίμωξη από τους ιούς ηπατίτιδας B, C και δέλτα (HBV, HCV, HDV), η έκθεση σε καρκινογόνα με κυριότερο εκπρόσωπο την αφλατοξίνη B1 (προερχόμενη από τους μύκητες Aspergillus flavus και Α.parasiticus, που περιέχεται σε αλλοιωμένους ξηρούς καρπούς και δημητριακά), το ανδρικό φύλο, το αλκοόλ (καθημερινή κατανάλωση μεγαλύτερη από 40 με 60 gr αλκοόλης), το κάπνισμα, η κεντρική παχυσαρκία μέσω της συσχέτισης με τη Μ-ΜΑΛΝΗ, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η αιμοχρωμάτωση, η ανεπάρκεια της α1-αντιθρυψίνης, οι ηπατικές πορφυρίες και η γενετική προδιάθεση. Οι ιοί ηπατίτιδας B και C αποτελούν την αιτία στο 70% των περιπτώσεων ΗΚΚ. Ο HBV είναι το συχνότερο αίτιο στον τόπο μας και το μεγαλύτερο καρκινογόνο μετά το κάπνισμα. Οι σύγχρονες αιτιολογικές θεραπείες των χρονίων ηπατικών παθήσεων, οι αντιικές αγωγές και ο εκτεταμένος υποχρεωτικός εμβολιασμός έναντι του HBV μειώνουν πολύ σημαντικά την εκδήλωση του ΗΚΚ. Όμως, η ολοένα αυξανόμενη επίπτωση της Μ-ΜΑΛΝΗ (30-50% του γενικού πληθυσμού) και του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (10% του γενικού πληθυσμού), υποδηλώνει ότι μελλοντικά θα αποτελούν τους συχνότερους αιτιολογικούς παράγοντες ανάπτυξης ΗΚΚ.

Το 90% των ασθενών με ΗΚΚ παρουσιάζουν κίρρωση ή προχωρημένη ίνωση του ήπατος. Ο ΗΚΚ αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες θανάτου στους κιρρωτικούς ασθενείς. Ο 5ετής κίνδυνος ανάπτυξης ΗΚΚ σε κιρρωτικούς ασθενείς κυμαίνεται από 5-30% αναλόγως της αιτίας (η συχνότερη στην HCV λοίμωξη) και του σταδίου της κίρρωσης. Μεταξύ των κιρρωτικών ασθενών, ο ΗΚΚ είναι συχνότερος στους μη-αντιρροπούμενους (με ασκίτη, ίκτερο, ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή κιρσορραγία). Ο ΗΚΚ μπορεί να αναπτυχθεί και επί εδάφους προκιρρωτικού ήπατος σε πολύ μικρότερο ποσοστό, γεγονός που έχει καταγραφεί σε ασθενείς με χρόνια HBV ή HCV λοίμωξη και με Μ-ΜΑΛΝΗ.

Σημείο σημαντικό είναι η γνώση για τις κλινικές εκδηλώσεις του ΗΚΚ;

Ο ασθενής πάσχει από 2 νοσήματα, της κίρρωσης και του ΗΚΚ. Η κλινική εικόνα παρουσιάζει ευρύ φάσμα και εξαρτάται από το μέγεθος του όγκου και τη βαρύτητα της υποκείμενης κίρρωσης. Ο ΗΚΚ δεν παρουσιάζει συνηθέστερα κλινικές εκδηλώσεις στα αρχικά του στάδια, και πολλές φορές κατά τη διάγνωση είναι ήδη σε προχωρημένο στάδιο.

Περισσότερα για όλα όσα αναφέρει ο καθηγητής, για την προληπτική απεικονιστική εξέταση,την πρόγνωση σε κάθε περίπτωση τα στάδια της νόσου αλλά και τα όπλα που διαθέτει η επιστήμη καταπολέμηση του ηπατοκυτταρικού καρκίνου θα δείτε στο

Σπυρίδων Π. Ντουράκης: Ο ηπατοκυτταρικός καρκίνος αποτελεί σημαντικό πρόβλημα υγείας στην Ελλάδα

Επιδημιολόγοι προειδοποιούν για αύξηση του καρκίνου του παχέος εντέρου Τι αναφέρει η ομάδα εργασίας του Γερμανικού Κέντρου Έρευνας για τον Καρκίνο στη Χαϊδελβέργη.

Εάν η συμμετοχή στον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου παραμείνει στο σημερινό επίπεδο, ο αριθμός των κρουσμάτων στην Γερμανία θα αυξηθεί από περίπου 62.000σήμερα σε περίπου 77.000 το 2050 λόγω της γήρανσης της πληθυσμού.

Αυτός ο αριθμός υπολογίστηκε από ομάδα εργασίας του Γερμανικού Κέντρου Έρευνας για τον Καρκίνο στη Χαϊδελβέργη(DKFZ) που παρουσιάζουν τα μοντέλα και τους υπολογισμούς τους στο περιοδικό “Lancet Regional Health”.

Να σημειωθεί εδώ ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ο τρίτος πιο συχνός καρκίνος στον κόσμο, με περισσότερα από 1.850.000 νέα περιστατικά ετησίως και η δεύτερη αιτία θανάτου από τον καρκίνο με περισσότερα από 880.000 θύματα.

Στη χώρα μας, σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, τα νέα περιστατικά μόνο το 2018 υπολογίστηκαν στα 7.320 (τρίτος συχνότερος καρκίνος) και οι θάνατοι στους 3.400.

Ο καρκίνος του εντέρου είναι συνήθως η νόσος της τρίτης ηλικίας.

Σύμφωνα με την γερμανική ομάδα εργασίας, το ποσοστό των νέων κρουσμάτων διπλασιάζεται μεταξύ των ηλικιών 50 και 60 ετών. Με κάθε επιπλέον δεκαετία ζωής, συνεχίζει να αυξάνεται και ο αριθμός των κροσυμάτων της σοβαρής αυτής νόσου.

“Το σημαντικά υψηλότερο ποσοστό νέων περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου στον ηλικιωμένο πληθυσμό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναμένουμε απότομη αύξηση του αριθμού των περιστατικών στο μέλλον.

Εκτός αν καταφέρουμε να βελτιώσουμε την πρόληψη και να αυξήσουμε σημαντικά τη συμμετοχή στον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου”, εξηγεί ο Hermann Brenner από το DKFZ.

Οι ερευνητές προσδιόρισαν το σημερινό ποσοστό συμμετοχής στις προληπτικές κολονοσκοπήσεις στη Γερμανία, με βάση τα ανώνυμα ομοσπονδιακά δεδομένα των ασφαλισμένων στο ταμείο Υγείας ΑΟΚ, το οποίο για περισσότερα από 130 χρόνια υποστηρίζει την ασφάλεια και την ολοκληρωμένη ιατρική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας και ασφαλίζει περισσότερους από 27 εκατομμύρια ανθρώπους – σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού – αποτελώντας έτσι το μεγαλύτερο ταμείο νοσηλευτικής περίθαλψης στη Γερμανία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, μέχρι στιγμής, λιγότερο από το 20% των δικαιούχων έχουν αποδεχθεί την προσφορά της προληπτικής κολονοσκόπησης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ερευνητών του DKFZ, το ποσοστό συμμετοχής στον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου θα πρέπει να διπλασιαστεί έως το 2030 για να αντισταθμίσει την αύξηση του αριθμού των κρουσμάτων.

Μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να αυξηθεί ακόμη και κατά 3 φορές, από λίγο κάτω από το 20 % σήμερα σε περίπου 60% των δικαιούχων.

https://www.iatronet.gr/article/110536/epidhmiologoi-proeidopoioyn-gia-ayxhsh-toy-karkinoy-toy-paheos-enteroy-

1. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων-Κλινική μελέτη: Φάρμακο κατά των εγκεφαλικών όγκων

Ένα φάρμακο μπορεί να καταπολεμήσει έναν από τους πιο επιθετικούς και θανατηφόρους όγκους του εγκέφαλου. Αυτό είναι το συμπέρασμα της κλινικής μελέτης που έχει και Ελληνική υπογραφή και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Investigation.

Συγκεκριμένα  ερευνητική ομάδα του εργαστηρίου Οργανικής Χημείας του Χημικού Ιωαννίνων με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Ανδρέα Τζάκο, σε συνεργασία με ερευνητές από το Imperial College του Λονδίνου και άλλες ερευνητικές ομάδες του εξωτερικού, συμμετείχε σε μελέτη, όπου διαπιστώθηκε πως ένα φάρμακο που κατακερματίζει το αμινοξύ αργινίνη, έκανε τους όγκους του γλοιώματος (GBM) πιο ευαίσθητους στην ακτινοθεραπεία.
Το γλοίωμα είναι ο πιο κοινός τύπος πρωτοπαθούς όγκου εγκεφάλου υψηλού βαθμού κακοήθειας στους ενήλικες και επίσης ο πλέον επιθετικός και θανατηφόρος. Η αργινίνη είναι ένα αμινοξύ που χρησιμοποιείται από τα κύτταρα για την παραγωγή πολύπλοκων μορίων που ονομάζονται πρωτεΐνες και οι οποίες εκτελούν ένα ευρύ φάσμα κυτταρικών λειτουργιών.

Το συγκεκριμένο αμινοξύ είναι ένα ζωτικής σημασίας θρεπτικό συστατικό για την ανάπτυξη μιας σειράς καρκινικών κυττάρων και ειδικά αυτών που πολλαπλασιάζονται πολύ γρήγορα. Επομένως, η στέρηση των όγκων από αυτό το αμινοξύ έχει διερευνηθεί ως πιθανή αντικαρκινική στρατηγική σε διάφορους τύπους όγκων, συμπεριλαμβανομένου του γλοιώματος.

Που εστίασε η νέα μελέτη- ευρήματα

Η νέα μελέτη εστίασε τόσο σε όγκους γλοιώματος που μπορούν να παράγουν αργινίνη όσο και σε όγκους που δεν είναι σε θέση να παράγουν αργινίνη με την εφαρμογή ενός φαρμάκου που καταστρέφει την αργινίνη (ADI-PEG20) συνδυαστικά με τη χρήση ακτινοθεραπείας.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν πως η μείωση της προσφοράς της αργινίνης κάνει τους όγκους περισσότερο ευαίσθητους στην ακτινοθεραπεία.
Παρατηρήθηκε πως η αφαίρεση της αργινίνης αναπρογραμματίζει τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος γύρω από τον όγκο με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πιθανότητα αυτά να επιτεθούν και να εξουδετερώσουν τα καρκινικά κύτταρα.
Τα επόμενα βήματα αφορούν στη διερεύνηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας στη χρήση της θεραπευτικής αυτής προσέγγισης σε ανθρώπους στο πλαίσιο μελλοντικών κλινικών μελετών.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής δημοσιεύτηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Investigation (συντελεστής απήχησης περιοδικού 19.4): https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC8920336/pdf/jci-132-142137.pdf
Η εν λόγω έρευνα συγχρηματοδοτήθηκε από ερευνητικό πρόγραμμα της Περιφέρειας Ηπείρου.

https://typos-i.gr/article/panepisthmio-iwanninwn-sth-maxh-kata-twn-egkefalikwn-ogkwn

ι

Χρόνιος πόνος και κατάθλιψη: Δύο συγκοινωνούντα δοχεία που χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση

«Χρόνιος» θεωρείται ο πόνος που έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 3-6 μηνών. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος όρος ξεπερνάει κατά πολύ τον πόνο αυτόν καθαυτόν, καθώς το υπερβολικό στρες και οι ψυχολογικές επιπτώσεις που προκαλεί τελικά στον ασθενή θεωρούνται εξίσου σοβαρά. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι τα άτομα που ζουν με χρόνιο πόνο φέρονται να αντιμετωπίζουν τον τριπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη. Για τους δε επιστήμονες είναι ξεκάθαρο: Ο πόνος μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, και η κατάθλιψη μπορεί να προκαλέσει πόνο.

Η ψυχολογική επίπτωση μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς η κατάσταση συνεχούς πόνου επηρεάζει τον εγκέφαλο και, κατ’ επέκταση, το νευρικό σύστημα. Ο πόνος πυροδοτεί τoν μηχανισμό επιβίωσης του οργανισμού, προκαλώντας κατ’ αρχάς αλλαγές στο σώμα, όπως π.χ. αυξημένη αρτηριακή πίεση. Ωστόσο, όταν έχει μεγάλη διάρκεια, οι επιπτώσεις στον εγκέφαλο μετουσιώνονται και σε πραγματικές ψυχολογικές αλλαγές, οι οποίες σταδιακά οδηγούν και σε «χειροπιαστές» αλλαγές στη συμπεριφορά.

Οι εγκεφαλικές οδοί που προσλαμβάνουν τα σήματα πόνου, συμπεριλαμβανομένης της έδρας των συναισθημάτων στη μεταιχμιακή περιοχή, χρησιμοποιούν ορισμένους κοινούς νευροδιαβιβαστές, ειδικότερα τη σεροτονίνη και τη νορεπινεφρίνη, οι οποίες εμπλέκονται στη ρύθμιση της διάθεσης. Εάν η διαχείριση του πόνου από τον οργανισμό δεν επιτευχθεί, ο πόνος επιδεινώνεται και συνοδεύεται από θλίψη, αισθήματα ματαίωσης και έντονο στρες. Eπιπλέον, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει διαταραχές στον ύπνο, χαμηλή αυτοεκτίμηση και, γενικότερα, να έχει χαμηλή ποιότητα ζωής.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, στον οποίο ο πόνος επιδεινώνει τα συμπτώματα της κατάθλιψης και, ακολούθως, η προκαλούμενη κατάθλιψη επιδεινώνει τα συμπτώματα του πόνου. Η κατάσταση αυτή δεν παρουσιάζεται μόνο σε περιπτώσεις πόνου εξαιτίας ενός τραυματισμού, αλλά είναι ιδιαίτερα κοινή και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, όπως ο διαβήτης, οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο καρκίνος.

Μία έρευνα του 2015 (A classification of chronic pain for ICD-11) βρήκε ότι το 60,8% των ατόμων με χρόνιο πόνο που μελετήθηκαν, εμφάνιζαν παράλληλα σοβαρή κατάθλιψη. Οι εν λόγω ασθενείς είχαν, επίσης, μεγαλύτερο αριθμό απουσιών από την εργασία τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους.

10 σημάδια ότι το άτομο εμφανίζει κατάθλιψη

Τα συμπτώματα της κατάθλιψης μπορεί να ποικίλλουν από άτομο σε άτομο, περιλαμβάνοντας:

  • Έλλειψη ενδιαφέροντος για πράγματα που παλαιότερα του έδιναν χαρά.
  • Μόνιμα κακή διάθεση.
  • Αίσθημα ματαίωσης.
  • Αίσθημα ανησυχίας.
  • Χαμηλή αυτο-εκτίμηση.
  • Πεσμένη ενέργεια.
  • Απομόνωση από οικογένεια και φίλους.
  • Συνεχή εκνευρισμό και έλλειψη υπομονής με τους άλλους.
  • Αυτοκτονικές σκέψεις ή σκέψεις αυτο-τραυματισμού.

Τρόποι αντιμετώπισης

Αν ένα άτομο υποφέρει από χρόνιο πόνο και κατάθλιψη, είναι σημαντικό να αντιμετωπίσει τα δύο αυτά προβλήματα ταυτόχρονα. Η συνύπαρξη αυτή καθιστά την αντιμετώπισή τους δυσκολότερη, ωστόσο το να εστιάσει κανείς μόνο στο ένα από τα δύο, δεν θα βοηθήσει στη λύση του συνολικού προβλήματος.

– Διαχείριση του χρόνιου πόνου

Ο χρόνιος πόνος μπορεί να αντιμετωπιστεί με ποικίλους τρόπους. Καθώς, όμως, κάθε ασθενής είναι διαφορετικός, με διαφορετική αιτία που πυροδοτεί τον συγκεκριμένο πόνο, το τι «δουλεύει» στον έναν δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι αποτελεσματικό και στον άλλον.

Ορισμένοι τρόποι διαχείρισης μπορεί να είναι:

  • Φαρμακευτική αγωγή, βάσει οδηγιών του θεράποντα ιατρού.
  • Βελονισμός.
  • Θεραπευτικό μασάζ.
  • Ρεφλεξολογία.
  • Γιόγκα.
  • Πιλάτες.
  • Φυσικοθεραπεία.
  • Χειρουργείο (αναλόγως της κατάστασης).

– Διαχείριση της κατάθλιψης

Η κατάθλιψη, αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας, συνδεόμενα συχνά με την εξάρτηση από το αλκοόλ ή από ναρκωτικές ουσίες. Επιπλέον, η ύπαρξη ψυχολογικού προβλήματος είναι συνδεδεμένη και με μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοχειρίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, βάσει μελέτης, 90% των αυτοκτονιών ή αποπειρών αυτοκτονίας σχετίζονται με μία ψυχιατρική διαταραχή, με τα υψηλότερα ποσοστά να αφορούν στην κατάθλιψη.

Ορισμένες θεραπευτικές λύσεις μπορεί να είναι:

  • Η Ψυχιατρική: Μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση των ψυχολογικών και συναισθηματικών επιπτώσεων της ψυχικής αυτής ασθένειας.
  • Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία: Ένα είδος θεραπείας που βασίζεται στη συζήτηση σχετικά με το πώς οι σκέψεις και τα πιστεύω του ασθενή επηρεάζουν τα αισθήματα και τη συμπεριφορά του.
  • Ο Διαλογισμός: Μπορεί να βοηθήσει στην επαν-ισορρόπηση των σκέψεών του.
  • Η φαρμακευτική αγωγή: Αντικαταθλιπτικά ή άλλου είδους σκευάσματα, τα οποία λαμβάνονται βάσει οδηγιών του θεράποντα ιατρού.
  • Άσκηση: Η τακτική φυσική δραστηριότητα οδηγεί στην απελευθέρωση ενδορφινών, οι οποίες συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της διάθεσης.

Χρόνιος πόνος και κατάθλιψη: Δύο συγκοινωνούντα δοχεία που χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση – anabiosis.gr

Το πρώτο εμβόλιο παγκοσμίως κατά του καρκίνου του μαστού είναι γεγονός

Η θεωρία της ανοσοθεραπείας στοχεύει στην τόνωση συγκεκριμένων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία μπορούν να προγραμματιστούν με τέτοιο τρόπο ώστε να θανατώνουν καρκινικά κύτταρα. Στη μέθοδο αυτή βασίστηκε η Δρ. Βάσω  Αποστολοπούλου για την ανάπτυξη του πρώτου παγκοσμίως εμβολίου κατά του καρκίνου του μαστού.

Τα συγκεκριμένα εμβόλια βρίσκονται πλέον στο τελικό στάδιο της εξόδου τους στην αγορά. Η ίδια δηλώνει αισιόδοξη ότι είναι απλώς θέμα λίγων χρόνων μέχρι το εμβόλιο να αρχίσει να χορηγείται σε νεαρές, μάλλον, γυναίκες, όπως συμβαίνει και με το εμβόλιο του καρκίνου κατά του τραχήλου της μήτρας. Η ιατρική κοινότητα παγκοσμίως αναγνωρίζει το έργο της και την επαινεί για τη σπουδαία ανακάλυψή της.

Η ίδια χαρακτηριστικά τονίζει πως: «Όλες οι κλινικές δοκιμές έδειξαν πως όσον αφορά την πρόληψη του καρκίνου του μαστού η επιτυχία φθάνει στο 100%. Βέβαια όσον αφορά την θεραπεία του καρκίνου τα ποσοστά είναι χαμηλότερα αλλά, πάντως, εντυπωσιακά υψηλά». Όλα τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών του εμβολίου δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «Βreast Cancer Research».

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα τα οποία πήραν μέρος στις δοκιμές του εμβολίου πριν από δύο και πλέον δεκαετίες, είναι καλά στην υγεία τους και δεν προσβλήθηκαν ξανά από την επάρατη νόσο. Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι το εμβόλιο έχει λάβει εμπορική άδεια και στα επόμενα λίγα χρόνια θα δοθεί στην κυκλοφορία.

Λίγα λόγια για την Δρ. Βάσω Αποστολοπούλου

Η Δρ. Βάσω Αποστολοπούλου είναι Καθηγήτρια Ανοσολογίας και Αντιπρόεδρος του Τμήματος Έρευνας του Πανεπιστημίου Victoria στην Αυστραλία. Ήταν η πρώτη ερευνήτρια παγκοσμίως που ανέπτυξε την θεωρία της ανοσοθεραπείας για τον καρκίνο του μαστού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η οποία σήμερα χρησιμοποιείται σε χιλιάδες εργαστήρια.

Διαθέτει πάνω από 25 χρόνια εμπειρίας στην έρευνα και κατάρτιση στον τομέα της ανάπτυξης εμβολίων για χρόνιες ασθένειες με μεταφραστική εστίαση. Έχει εκπαιδευτεί στην ανοσολογία, τον καρκίνο και την πρωτεϊνική κρυσταλλογραφία.

Μεγάλωσε στο προάστιο St Albans της δυτικής Μελβούρνης, ενώ σπούδασε Ανοσολογία, Βιοχημεία και Παθολογία στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης. Συνέχισε τις σπουδές της στις ΗΠΑ, όπου και αφιερώθηκε στην ιατρική έρευνα.

Εκτός από αντιπρόεδρος του Τμήματος Έρευνας του Πανεπιστημίου Victoria, τα τελευταία χρόνια και σε συνεργασία με ερευνητές επιστήμονες από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών εργάζεται για την ανάπτυξη εμβολίου κατά της ασθένειας της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Η Βάσω Αποστολοπούλου ήταν η «Γυναίκα της Χρονιάς 2003» στην κατηγορία των επιστημόνων, έχει κερδίσει το “Βραβείο Premier για Ιατρικές Έρευνες”, ενώ το αμερικανικό περιοδικό “Times” την έχει κατατάξει στους πιο επιτυχημένους Έλληνες εκτός Ελλάδας.

Στην Ελλάδα έλαβε το Βραβείο Μποδοσάκη για τον τομέα των Βιοϊατρικών Επιστημών.

Το έργο της για την ανάπτυξη του εμβολίου κατά του καρκίνου έχει δοκιμαστεί σε περισσότερες από 25 κλινικές μελέτες ενώ τα τελευταία 20 χρόνια έχει λάβει πάνω από 100 βραβεία και διακρίσεις για τα επιτεύγματά της.

Έχει ερευνητικά επιτεύγματα στους τομείς της χορήγησης αντιγόνων και της ανάπτυξης εμβολίων. Έχει συμβάλει επίσης στην ανάπτυξη εμβολίων κατά του καρκίνου των ωοθηκών και του παγκρέατος, τα οποία βρίσκονται σε πιλοτική φάση.

 

https://www.ellines.com/famous-greeks/45421-aneptuxe-to-proto-embolio-pagkosmios-kata-tou-karkinou-tou-mastou/

https://www.vu.edu.au/research/vasso-apostolopoulos