Καρκίνος των ωοθηκών: Σημαντική αύξηση της επιβίωσης με τις νεότερες θεραπείες

Περίπου το 1.1 % των γυναικών θα διαγνωσθούν με καρκίνο των ωοθηκών σε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Ευτυχώς η θνητότητα μειώνεται κατά 2.8% κάθε έτος κατά τα τελευταία έτη.

Πιο συγκεκριμένα, η επιβίωση έχει επιμηκυνθεί αρκετά τα τελευταία έτη αφού η 5ετής επιβίωση που άγγιζε μόλις το 35% την προηγούμενη δεκαετία πλέον αφορά πάνω από 50% των ασθενών.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, Καθηγητής Ογκολογίας – Αιματολογίας), Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Αγγελική Ανδρικοπούλου, συνοψίζουν τα νεότερα δεδομένα.

Η θεραπεία τoυ καρκίνου ωοθηκών στα αρχικά στάδια είναι χειρουργική με ολική υστερεκτομή μετά εξαρτημάτων, διερεύνηση όλης της κοιλίας, επιπλεκτομή, λεμφαδενεκτομή και κυτταρολογική εξέταση ασκιτικού υγρού.

Στις περισσότερες περιπτώσεις μετά το χειρουργείο ενδείκνυται η επικουρική θεραπεία με συνδυασμό πακλιταξέλης και καρβοπλατίνης.

Ωστόσο, εάν η νόσος δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί πλήρως από την αρχή, πλέον είναι δυνατή η εισαγωγική χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και η χειρουργική αντιμετώπιση σε δεύτερο χρόνο με παρόμοια αποτελέσματα συνολικής επιβίωσης όπως έχει φανεί από μελέτες (CHORUS trial, EORTC 55971).

Συνεπώς, ασθενείς σταδίου III-IV που δεν είναι δυνατόν να επιτύχουν μέγιστη κυτταρομείωση κατά το πρωτογενές χειρουργείο υποβάλλονται σε τρεις κύκλους εισαγωγικής χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα και εν συνεχεία σε ενδιάμεση κυτταρομείωση (interval debulking).

Καρκίνος των ωοθηκών, οι νεότερες θεραπείες

Πλέον, μία σύγχρονη τεχνική που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του χειρουργείου είναι η τεχνική HIPEC (Hyperthermic Intraperitoneal Chemotherapy – διεγχειρητική υπέρθερμη ενδοπεριτοναϊκή χημειοθεραπεία) για την αποστείρωση της κοιλιάς από περιτοναϊκές εμφυτεύσεις μη ορατές με γυμνό μάτι.

Κατά την τεχνική αυτή χορηγείται χημειοθεραπευτικό φάρμακο στην κοιλιά σε υψηλές θερμοκρασίες (42-43 βαθμοί Κελσίου) για διάρκεια 30-90 λεπτών αφού προηγουμένως έχει αφαιρεθεί όλη η μακροσκοπικά ορατή νόσος.

Η τεχνική αυτή διενεργείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους χειρουργούς και σε εξειδικευμένα κέντρα. Βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών, η HIPEC έχει ένδειξη σε ασθενείς που έχουν λάβει εισαγωγική χημειοθεραπεία και υποβάλλονται σε ενδιάμεση κυτταρομείωση (IDS) ενώ διερευνάται και ο ρόλος της στη δεύτερη χειρουργική επέμβαση κατά την πρώτη υποτροπή.

Στις νέες θεραπευτικές εξελίξεις περιλαμβάνεται η θεραπεία με αναστολείς των PARP πρωτεϊνών που έχουν μέγιστο όφελος στους ασθενείς με μεταλλάξεις στα BRCA γονίδια και με έλλειψη στο σύστημα επιδιόρθωσης βλαβών του DΝA, τον ομόλογο ανασυνδυασμό (homologous recombination, HR).

Είναι πλέον γνωστό πως μία στις δύο γυναίκες με καρκίνο ωοθηκών παρουσιάζουν ανεπάρκεια του ομόλογου ανασυνδυασμού ενώ μία στις τέσσερεις γυναίκες θα φέρει μετάλλαξη στα γονίδια BRCA1/2 είτε κληρονομική είτε επίκτητη.

Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης γραμμής χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα ενδείκνυται η χορήγηση θεραπείας συντήρησης με τους PARP αναστολείς Niraparib και Olaparib σε ασθενείς με προχωρημένο (σταδίου FIGO III και IV) υψηλού βαθμού κακοήθειας επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών. Με βάση την μελέτη PAOLA-1, η θεραπεία συντήρησης με Olaparib σε συνδυασμό με αντιαγγειογενετική θεραπεία με bevacizumab έχει έγκριση ως θεραπεία συντήρησης μετά την πρώτη γραμμής θεραπείας σε ασθενείς με ανεπάρκεια του ομόλογου ανασυνδυασμού (Homologous Recombination Deficiency) είτε ως αποτέλεσμα μετάλλαξης BRCA1/2 είτε ως αποτέλεσμα γενωμικής αστάθειας.

Σε ασθενείς που φέρουν BRCA1/2 μετάλλαξη η θεραπεία συντήρησης με Olaparib έχει έγκριση ως μονοθεραπεία μετά το πέρας της πρώτης γραμμής θεραπείας με βάση την πλατίνα με βάση τη μελέτη SOLO-1. Η θεραπεία συντήρησης με Niraparib έχει έγκριση σε όλες τις ασθενείς σταδίου FIGO III/IV ανεξαρτήτως ανεπάρκειας του ομόλογου ανασυνδυασμού με βάση τη μελέτη PRIMA που έδειξε όφελος στο συνολικό πληθυσμό.

Τέλος, μία νέα εξέλιξη στον καρκίνο ωοθηκών αποτελεί ένα νέο φάρμακο το mirvetuximab soravtansine, που αποτελεί ένα σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που στοχεύει έναν υποδοχέα στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων.

Το φάρμακο αυτό στοχεύει τον υποδοχέα του φολικού οξέος α (Folate receptor alpha, FRα) που αξιολογείται με ειδικό τεστ εγκεκριμένο από τον FDA. Με βάση τη μελέτη Study 0417 το mirvetuximab soravtansine έλαβε επιταχυνόμενη έγκριση σε ασθενείς με πλατινοανθεκτική υποτροπή της νόσου και θετική έκφραση του υποδοχέα FRα.

Το ποσοστό ανταπόκρισης στους ασθενείς αυτούς ήταν 31.7% ενώ η μέση διάρκεια ανταπόκρισης ήταν 6.9 μήνες. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαίωσε και η μελέτη MIRASOL που έδειξε όφελος τόσο ως προς το διάστημα ελεύθερο προόδου νόσου όσο και ως προς τη συνολική επιβίωση στους ασθενείς αυτούς έναντι της χημειοθεραπείας.

Πηγή: healthstories.gr

Ο ρόλος της πρόληψης και της έγκαιρης διάγνωσης στον καρκίνο του στομάχου

O καρκίνος του στομάχου (ή γαστρικός καρκίνος) παρουσιάζει έντονη επιδημιολογική διακύμανση. Για τις χώρες της Άπω Ανατολής παραμένει ο τρίτος σε σειρά συχνότητας καρκίνος, αλλά στο δυτικό κόσμο δεν είναι συχνός σε σχέση με άλλες κακοήθεις νεοπλασίες  και η συχνότητά του διαρκώς μειώνεται. Στην Ελλάδα αποτελεί το 3,3-3,9% όλων των κακοηθειών και στα δύο φύλα. Παρά το γεγονός ότι ο γαστρικός καρκίνος δεν είναι συχνός  στη Δύση, αποτελεί μια πολύ σοβαρή ασθένεια  διότι τα περισσότερα περιστατικά διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο όπου η πρόγνωση είναι εξαιρετικά πτωχή και μόλις ένα 30% όλων των ασθενών επιτυγχάνει επιβίωση για περισσότερο από μια πενταετία.

Πάνω από 90% των καρκίνων στομάχου προέρχονται από τους  αδένες του γαστρικού βλεννογόνου, οι οποίοι φυσιολογικά παράγουν τα γαστρικά υγρά τα οποία συμμετέχουν στη λειτουργία της πέψης. Άλλοι ιστοί που βρίσκονται στο στομάχι όπως ο μυϊκός ή ο λεμφικόςιστός μπορούν να δημιουργήσουν κακοήθεια, αλλά πολύ σπάνια.  Γι’ αυτό, όταν μιλάμε για καρκίνο στομάχου εννοούμε πρακτικά τα αδενοκαρκινώματα. Επίσης, συχνά μαζί με τον καρκίνο στομάχου εξετάζονται και καρκινώματα της κατώτερης (καρδιακής) μοίρας του οισοφάγου που επίσης προέρχονται από αδενικό ιστό (αδενοκαρκινώματα γαστροοισοφαγικής συμβολής).

Ο καρκίνος του στομάχου με βάση τους ιστολογικούς του χαρακτήρες διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες. Τον εντερικό και το διάχυτο τύπο. Επίσης, κατά τη διάγνωση σταδιοποιείται σε ένα από τα στάδια 0-IV ανάλογα με το βάθος που έχει διεισδύσει τοίχωμα του στομάχου, τη διήθηση ή όχι γειτονικών λεμφαδένων και την παρουσία ή όχι απομακρυσμένων μεταστάσεων. Ο γαστρικός καρκίνος χρειάζεται αρκετά χρόνια για ν’ αναπτυχθεί και προηγούνται χαρακτηριστικές προκαρκινωματώδεις αλλοιώσεις όπως η ατροφική γαστρίτιδα, η εντερική μεταπλασία και η ήπια ή σοβαρή δυσπλασία. Ένα ποσοστό περίπου 10% των ασθενών υπερεκφράζουν στον καρκινικό ιστό την πρωτεΐνη  HER2, η οποία έχει σημασία για την επιλογή της θεραπείας.

Κληρονομικοί και γενετικοί παράγοντες

Ο κληρονομικός καρκίνος στομάχου είναι πολύ σπάνιος, αλλά έχουν αναφερθεί σποραδικά καρκινώματα με γονιδιακές αλλαγές (π.χ. πολυμορφισμός του γονιδίου IL-1β, του MUC1 κα). Σε οικογένειεςπου έχουν αναφερθεί 2-3 κρούσματα  ιδιαίτερα σε ηλικία κάτω των 50 θεωρείται ότι υπάρχει οικογενής προδιάθεση.

Λοίμωξη από το Ελικοβακτηρίδιο του ΠυλωροY

Το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού είναι ένα βακτήριο το οποίο έχει αναγνωριστεί από τον ΠΟΥ από το 1994 σαν πρώτης τάξεως καρκινογόνο για το στομάχι. Το βακτηρίδιο αυτό αποικίζει το γαστρικό βλεννογόνο στο 50% των ανθρώπων και είναι δυνατόν σε κάποια άτομα να προκαλέσει καρκινογένεση τόσο επειδή  μετατρέπει το γενετικό υλικό των κυττάρων του στομάχου, όσο κι επειδή προκαλεί φλεγμονή. Πριν από την ανάπτυξη καρκίνου προκαλεί προκαρκινωματώδεις αλλοιώσεις στο γαστρικό βλεννογόνο(γαστρίτιδα και άλλες). Μερικά στελέχη ελικοβακτηριδίου (cagA, vac A) είναι πιο επικίνδυνα για να προκαλέσουν κακοήθη εξαλλαγή. Η λοίμωξη με ελικοβακτηρίδιο συσχετίζεται περισσότερο με τον εντερικό τύπο  καρκίνου.

Διαιτητικοί παράγοντες

Σύμφωνα με το WCRF/AICR (Word Cancer Research Fund/American Institute for Cancer Research) η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών μπορεί να δρα προστατευτικά, ενώ η υπερκατανάλωση αλατισμένων τροφίμων, καπνιστών και κατεργασμένων κρεάτων πιθανόν αυξάνει τον κίνδυνο για γαστρικό καρκίνο. Τα τροφικά καρκινογόνα επιδρούν και στο γενετικό υλικό των κυττάρων του γαστρικού βλεννογόνου και προκαλούν βλάβη και φλεγμονή. Η κατανάλωση άλατος επιπλέον διευκολύνει τον αποικισμό από το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού και την ανάπτυξη των πιο επικίνδυνων στελεχών. Ένα πολύ σημαντικό συστατικό είναι τα νιτρικά των τροφών (κόκκινα, επεξεργασμένα ή συντηρημένα σε αλάτι κρέατα) τα οποία είναι μεταλλαξιογόνα. Τα κόκκινα κρέατα μεταξύ των άλλων περιέχουν και σίδηρο ο οποίος αυξάνει την παραγωγή ελευθέρων ριζών και το οξειδωτικό στρες.

Το κάπνισμα και η κατάχρηση αιθυλικής αλκοόλης αυξάνουν το ρίσκο για καρκίνο στομάχου, είτε υπάρχει λοίμωξη με το Ελικοβακτηρίδιο του Πυλωρού είτε όχι.  Επίσης, υπάρχει ένδειξη ότι η έκθεση σε ακτινοβολία, η έλλειψη άσκησης, η παχυσαρκία και η μεγάλη ηλικίασχετίζονται θετικά με το γαστρικό καρκίνο. Τέλος, πρόσφατες ενδείξεις ενοχοποιούν τον ιό Epstein Barr (ιός της λοιμώδους μονοπυρήνωσης) σαν υπεύθυνο για την καρκινογένεση στο στομάχι.

Η παρέμβαση στους προδιαθεσικούς  παράγοντες και η προσπάθεια πρώιμης διάγνωσης ώστε ο γαστρικός καρκίνος ν΄ αντιμετωπιστεί επιτυχώς, αποτελούν σήμερα τις μόνες αποτελεσματικές στρατηγικές εναντίον της νόσου. Όπως αναφέρθηκε ο καρκίνος στομάχου έχει γενικά κακή πρόγνωση, γιατί ένα μεγάλο ποσοστό όγκων είναι ανεγχείρητοι, ενώ η υποτροπή είναι συχνή  ακόμη και σε ριζική εξαίρεση του όγκου.  Τα ποσοστό πενταετούς επιβίωσης, για τη Δύση, στο στάδιο Ι είναι 60-80% και μέχρι το στάδιο ΙV πρακτικά μηδενίζεται. Στην Άπω Ανατολή η πρόγνωση είναι λίγο καλύτερη σε όλα τα στάδια, όχι μόνο γιατί ο πληθυσμός είναι διαφορετικός, αλλά και γιατί εφαρμόζεται συστηματικός έλεγχος  και βελτιωμένες τεχνικές.

Η θεραπεία εκρίζωσης του Ελικοβακτηριδίου του Πυλωρού με τα κατάλληλα αντιβιοτικά  μπορεί να αναστρέψει  κάποιες ιστολογικές αλλοιώσεις που προηγούνται του καρκίνου (π.χ. την εντερική μεταπλασία). Αρκετές μεγάλες μελέτες συμφωνούν ότι η θεραπεία εκρίζωσης μπορεί να μειώσει το ρίσκο καρκίνου κατά 35 % περίπου. Η εκρίζωση αυτή έχει νόημα πριν εγκατασταθούν μόνιμες ιστολογικές προκαρκινωματώδεις αλλοιώσεις, και γι’ αυτό πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν πιο νωρίς. Τα προγράμματα γενικού ελέγχου του πληθυσμού για Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού με σκοπό την εκρίζωση όπου αυτό βρεθεί, δεν έχουν ακόμη γενικευτεί  ούτε και στην  Άπω Ανατολή. Η παρουσία καρκίνου σε ασθενείς που δεν έχουν το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, o μεγάλος πληθυσμός που πρέπει να ελεχθεί, η αντοχή στα αντιβιοτικά και το κόστος είναι μερικοί από τους λόγους.

Σχετικά με τη διατροφή, οι περισσότερες μελέτες σε διάφορους πληθυσμούς έχουν υποστηρίξει ότι η αυξημένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και ο περιορισμός της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων και άλατος μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη της νόσου. Η βιταμίνη C ενισχύει την άμυνα του γαστρικού βλεννογόνου και μειώνει το οξειδωτικό στρες. Προστατευτικό ρόλο ενδεχομένως έχει και το Σελήνιο. Στο πλαίσιο του τρόπου ζωής προφυλακτικά επιδρά η αποχή από το κάπνισμα και το αλκοόλ καθώς και η σωματική άσκηση.

Η παρακολούθηση με ενδοσκόπηση (γαστροσκόπηση) παραμένει μια πολύ αποτελεσματική  μέθοδος για την εντόπιση του γαστρικού καρκίνου σε πρώιμο στάδιο. Επειδή, μεταξύ της εμφάνισης προκαρκινωματωδών αλλοιώσεων και της ανάπτυξης του καρκίνου, μεσολαβεί διάστημα πολλών ετών, άτομα υψηλού κινδύνου για γαστρικό καρκίνο πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, έως και κάθε 3 χρόνια. Σημειώνεται ότι νέες ειδικές ενδοσκοπικές τεχνικές είναι διαθέσιμες με μεγάλη ακρίβεια στην εντόπιση προκαρκινωματωδών βλαβών.

Βιβλιογραφία
  • Cheng XJ, Lin JC, Tu SP. Etiology and Prevention of Gastric cancer. Gastrointenstinal Tumors 2016;3:25-36
  • Laird-Fick HS, Saini S, Hillard JR. Gastric adenocarcinoma: the role of Helicobacter pylori in pathogenesis and prevention efforts. Postgrad Med J. 2016 ;92(1090):471-7
  • Kao CY, Sheu BS, Wu JJ. Helicobacter pylori infection: An overview of bacterial virulence factors and pathogenesis .Biomed J. 2016 ;39(1):14-23.
  • Venerito M, Goni E, Malfertheiner P. Helicobacter pylori screening: options and challenges. Expert Rev Gastroenterol Hepatol. 2016;10(4):497-503. Κωδικός Υλικού: Gastric_Cancer_General/Article_01/02-2017

AUTHORS

Μαρία Χριστοπούλου

H Μαρία Χριστοπούλου MD, MSc, MBA είναι ιατρός, Παθολόγος – Εντατικολόγος

Η πολιτική της ανθρωποκεντρικής τεχνητής νοημοσύνης : ερωτήματα και προσκλήσεις

Η ταχεία ανάπτυξη μιας από τις πιο επιδραστικές τεχνολογίες των τελευταίων χρόνων έχει ήδη κινητοποιήσει το σύνολο των θεσμικών κυττάρων των ευρωπαϊκών οργάνων. Οι νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, τα ψηφίσματα και οι αναφορές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών στον τομέα αυτό αντανακλούν τη βούληση της Ένωσης να διαδραματίσει έναν ισχυρό ρόλο για τον ρυθμιστικό έλεγχο αυτής της τεχνητής νοημοσύνης  και να διαμορφώσει το περιεχόμενο και την κατεύθυνση των συναφών διεθνών συζητήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανθρωποκεντρική προσέγγιση στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της ΕΕ στον εν λόγω τομέα. To μοντέλο που προωθεί η ΕΕ συνίσταται στη ρύθμιση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης με γνώμονα την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων επί τη βάσει ηθικών αρχών που έχει υιοθετήσει η ίδια η Ένωση.

Η εν λόγω προσέγγιση αναμένεται  να λάβει νομική υπόσταση με την μορφή Κανονισμού και την θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που θα εναρμονίζει τους κανόνες για τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στην ΕΕ, καθώς και τη θέσπιση ορισμένων απαγορεύσεων σε συγκεκριμένες πρακτικές και χρήσεις συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης όπως την διάθεση στην αγορά συστήματος ΤΝ που χρησιμοποιεί βλαβερές τεχνικές οι οποίες απευθύνονται στο υποσυνείδητο ενός προσώπου, που εκμεταλλεύεται οποιοδήποτε από τα τρωτά σημεία συγκεκριμένης ομάδας προσώπων λόγω της ηλικίας, της σωματικής ή διανοητικής αναπηρίας τους, ή  συστημάτων ΤΝ για την αξιολόγηση ή την ταξινόμηση της αξιοπιστίας των φυσικών προσώπων με βάση την κοινωνική τους συμπεριφορά ή την ρήση συστημάτων εξ αποστάσεως βιομετρικής ταυτοποίησης «σε πραγματικό χρόνο», σε δημόσια προσβάσιμους χώρους για σκοπούς επιβολής του νόμου.

Το μοντέλο αυτό φαίνεται να υιοθετείται πλέον και από άλλες χώρες, τεχνολογικές εταιρείες, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς και φαίνεται να καθορίζει πλέον τον συνολικό διεθνή βηματισμό στο θέμα αυτό.

Τα ερωτήματα που τίθενται από την υιοθέτηση αυτού του μοντέλου είναι πολλά. Με ποιο τρόπο ακριβώς θα λάβει σάρκα και οστά η συγκεκριμένη προσέγγιση;  Αρκεί ο διαχωρισμός των πιθανών χρήσεων με βάση μια συγκεκριμένη κλίμακα κινδύνου; Ποιος θα είναι ο ρόλος της ηθικής και των επιτροπών ηθικής στην διαμόρφωση ενός πλαισίου ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών σε επιμέρους χρήσεις της ΤΝ; Επιπλέον, θα θωρακιστεί το μοντέλο με μηχανισμούς συμμόρφωσης και συγκεκριμένες νομικές παραμέτρους για να αποκτήσει κανονιστική ισχύ; Θα λάβει την μορφή νομικού προαπαιτούμενου η περίφημη Εκτίμηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων;

Το τελευταίο θέμα είναι άκρως ενδιαφέρον καθώς εγείρει μια σειρά ζητημάτων σε εννοιολογικό/ερμηνευτικό, κανονιστικό και μεθοδολογικό επίπεδο μιας και ουσιαστικά δύναται να αποτελέσει σημείο όσμωσης και σύζευξης των ανθρωπιστικών/κοινωνικών επιστημών με τις θετικές επιστήμες. Τα πρώτα δείγματα επεξεργασίας του συγκεκριμένου εργαλείου εκτίμησης είναι ενθαρρυντικά και δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της εφαρμοσιμότητάς του και τον εμπλουτισμό του με παραμέτρους που θα ενισχύσουν τον ηθικό πλαίσιο αυτών των συστημάτων.

Τα νομοθετικά κείμενα που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση αυτήν την στιγμή σε επίπεδο ΕΕ και το περιεχόμενο που θα λάβουν τους επόμενους μήνες θα καθορίσουν  το τρόπο με τον οποίο  θα αποτυπωθούν νομικά οι προθέσεις του Ευρωπαίου νομοθέτη σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον σεβασμό των κανόνων ηθικής και δεοντολογίας στο πλαίσιο του σχεδιασμού, θέσης σε εφαρμογή και εμπορικής χρήσης συστημάτων που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη.

Το μεγάλο εμπόδιο που φαίνεται να υπάρχει στο πλαίσιο της περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης και εναρμονισμένης εφαρμογής της προτεινόμενης ανθρωποκεντρικής προσέγγισης είναι ότι η ΕΕ δεν διαθέτει ‘σκληρές’ αρμοδιότητες σε ζητήματα που άπτονται ερευνητικής και τεχνολογικής ηθικής παρά μόνο στον βαθμό που οι οποίες ερευνητικές δραστηριότητες χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η τοπική «εδαφικοτητα» στα ζητήματα αυτά καθιστά τον συντονισμό και εναρμονισμό σε επίπεδο ΕΕ ακόμα πιο επιτακτικό και κρίσιμο υπό το πρίσμα του υπό σχεδιασμού ενωσιακού αφηγήματος της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης της επιδραστικής αυτής τεχνολογίας.

Ταυτόχρονα, αξίζει να εξεταστεί το κατά ποσό το προαναφερόμενο ενωσιακό μοντέλο συνιστά το μοναδικό πλαίσιο κανόνων ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα για την διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης σε υπερεθνικό επίπεδο;

Η προσέγγιση των υπόλοιπων τεχνολογικά προηγμένων κρατών στον τομέα αυτό αξίζει προσεκτικής διερεύνησης καθώς και οι προκλήσεις που θέτει η ίδια η πολλαπλότητα των προσεγγίσεων και πρωτοβουλιών σε επίπεδο διεθνών και περιφερειακών διακηρύξεων, αρχών και κωδίκων. Με αλλά λόγια, παρατηρούμε την μεταφορά του γεωπολιτικού ανταγωνισμού από τον τεχνολογικό τομέα (ειδικά στο πλαίσιο του σχεδιασμό και εφαρμογή συγκεκριμένων νέων και αναδυόμενων τεχνολογιών) στον τομέα της ηθικής διακυβέρνησης και τον τρόπο δόμησής της. Μια πρώτη ανάλυση των κυριότερων πρωτοβουλιών παγκοσμίως καταδεικνύει ότι υπάρχουν σοβαρά περιθώρια σύγκλισης τα οποία και θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για την υιοθέτηση ενός διεθνούς κειμένου που θα μπορούσε να θέσεις τις βάσεις για μια διεθνή συνθήκη. Ο ρόλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των επιμέρους οργάνων του αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστικός για τον συντονισμό και διαμόρφωση ενός ελάχιστου κοινού παρανομαστεί. Ο τελευταίος θα μπορούσε να πάρει την μορφή μιας Συνθήκης – Πλαισίου, ή ενός Παγκόσμιου Διακυβερνητικού Επιστημονικού Σώματος ή τουλάχιστον μιας ενισχυμένης μορφής Παρατηρητήριου.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση εγείρει επίσης ερωτήματα για το πώς το συγκεκριμένο μοντέλο αποτελεί θεσμικό αυτοσκοπό ή λειτουργεί ως εργαλείο νομιμοποίησης και κανονικοποίησης συγκεκριμένων τεχνολογικών τάσεων και εφαρμογών και κυρίως εμπέδωσης ενός νέου παραδείγματος υπεύθυνης καινοτομίας. Η συζήτηση που έχει αναπτυχθεί αγγίζει επίσης θέματα τυποποίησης αυτού του μοντέλου καθώς όλοι οι διεθνείς οργανισμοί τυποποίησης έχουν ήδη προβεί στην δημιουργία standards που κωδικοποιούν για συγκεκριμένες εφαρμογές κάποιες από τις ηθικές αξίες και αρχές που έχουν υιοθετηθεί σε διεθνές επίπεδο.

Ταυτόχρονα, η εφαρμογή της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης βασίζεται σε μια σειρά συνθηκών για τις οποίες σημειώνονται ακόμη μεγάλες αποκλίσεις εντός και εκτός ΕΕ. Θέματα όπως για παράδειγμα η ψηφιακή σύγκλιση – με την έννοια της ισότητας στην πρόσβαση των πολιτών στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών και την εξάλειψη του «ψηφιακού χάσματος» που οφείλεται σε παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, η ηλικία και το φύλο- και η συμπεριληπτική προσέγγιση στο θέμα των ψηφιακών δεξιοτήτων/υποδομών. Ταυτόχρονα, οι τελευταίες εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις για την υιοθέτηση του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την τεχνητή νοημοσύνη αντανακλούν κάποιες από τις διαφοροποιήσεις, καθώς κάποια κράτη-μέλη της Ένωσης αντιδρούν στην επιβολή αυστηρών νομικών υποχρεώσεων συμμόρφωσης και διαφάνειας για θεμελιώδη μοντέλα όπως το ChatGPT, θέτοντας εν αμφιβόλω τόσο την επιτυχή κατάληξη της πολιτικής διαπραγμάτευσης όσο και την ιδιά τη νομική στιβαρότητα του τελικού κειμένου.

Για πολλά από τα παραπάνω ερωτήματα, οι διεργασίες που λαμβάνουν χώρα αυτήν τη στιγμή σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την θέσπιση νομικών και ηθικών κανόνων αναμένεται να προσδιορίσουν το επίδικο και το μείγμα της πολιτικής στόχευσης αλλά και  την ίδια τη μορφή που θα λάβει το συγκεκριμένο μοντέλο. Η κατάληξή τους θα είναι ενδεικτική της δυνατότητας της ΕΕ να δώσει σάρκα και οστά στο όραμα της για μια τεχνολογική καινοτομία που θα έχει στο επίκεντρο της τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

Άρθρο του Δρ. Μιχάλη Kρητικού, ερευνητή του ΕΛΙΑΜΕΠ, Ερευνητικού Εταίρου σε θέματα Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Μετάβασης στη Σχολή Διακυβέρνησης του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών στο 

H EE & η πολιτική της ανθρωποκεντρικής τεχνητής νοημοσύνης: ερωτήματα & προκλήσεις

Πώς η πανδημία COVID-19 συσχετίζεται με τις πρόσφατες εξάρσεις λοιμώξεων αναπνευστικού στην κοινότητα;

Το «ανοσιακό χρέος» (“immunity debt”) της πανδημίας

Με το τέλος της πανδημίας παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός λοιμώξεων αναπνευστικού από διαφόρους λοιμογόνους παράγοντες, όπως ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV), ωστόσο η αιτιολογία είναι ακόμη αβέβαιη. Ο όρος «ανοσιακό χρέος»(“immunity debt ή immunity gap”) αναφέρθηκε για πρώτη φορά στη βιβλιογραφία το 2021, και ορίζεται ως η ελλιπής διέγερση του ανοσοποιητικού είτε λόγω των μειωμένων κυκλοφορούντων αναπνευστικών ιών με τη χρήση μη φαρμακευτικών μέτρων πρόληψης, όπως η χρήση μάσκας, αντισηψίας κλπ, ή και λόγω της παράλληλης μείωσης του εμβολιασμού εναντίον άλλων λοιμώξεων κατά την πανδημία, και είχε προβλεφθεί ότι αυτό το «χρέος» θα αποπληρωθεί μετά το πέρας της πανδημίας.

 Παθολόγος Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και ο Ιατρός Παναγιώτης Μαλανδράκης συνοψίζουν τα πρόσφατα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στις 10 Ιανουαρίου στο διεθνές περιοδικό JAMA. Οι κινεζικές αρχές ανακοίνωσαν τον Νοέμβριο του 2023, ότι μετά την άρση των προστατευτικών μέτρων, παρατηρήθηκε αύξηση στις λοιμώξεις του αναπνευστικού. Το ίδιο έχει παρατηρηθεί και διεθνώς. Το όφελος των εμβολίων, πέρα από την προστασία από ένα ορισμένο παθογόνο είναι και μία προστασία από άλλα διαφορετικά παθογόνα, μέσω μίας διαδικασίας που λέγεται «ετερόλογη ανοσία»(“heterologous immunity”). Ένας επιπρόσθετος όρος που χρησιμοποιήθηκε στη βιβλιογραφία είναι η «ανοσιακή κλοπή» (“immunity theft”) που είναι η μείωση της ανοσίας που οφείλεται στον ίδιο τον ιό SARSCoV-2, αφήνοντας κάποιον ασθενή μετά από λοίμωξη COVID-19 πιο ευάλωτο σε μία επόμενη λοίμωξη.

Η προσπάθεια τα προηγούμενα χρόνια να ελεγχθεί η πανδημία COVID-19, οδήγησε σε λιγότερες λοιμώξεις αναπνευστικού σε εκείνες τις χρονιές και αυτό με τη σειρά του αύξησε τον αριθμό των λοιμώξεων τα επερχόμενα έτη, ακολουθώντας τις βασικές αρχές της επιδημιολογίας των λοιμώξεων. Η χαμηλή επίπτωση του RSV κατά την πανδημία οδήγησε στη μείωση των αντισωμάτων των ενηλίκων που προστατεύουν από τη σοβαρή λοίμωξη. Τα νεογνά στηρίζονται στα αντισώματα της μητέρας για την προστασία τους. Ο ιός SARSCoV-2 προκαλεί μία ανοσοκαταστολή μετά την οξεία λοίμωξη, κάτι που είναι γνωστό και με άλλες ιογενείς λοιμώξεις, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα χρειάζεται να «επιδιορθωθεί» μετά από τη λοίμωξη. Σύμφωνα με μελέτη στις ΗΠΑ, ο κίνδυνος για την εμφάνιση RSV λοίμωξης στα παιδιά που προηγουμένως είχαν νοσήσει με COVID-19 ήταν 6.4%, συγκριτικά με το 4.3% των παιδιών που δεν είχαν νοσήσει.

Επιπρόσθετα, το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζει και τη νόσο του μακροχρόνιου COVID-19 “long COVID που απασχολεί αρκετά τη διεθνή βιβλιογραφία. Το μακροχρόνιο COVID έχει αποδοθεί και στην χρόνια διέγερση του ανοσοποιητικού από την παρουσία αντιγόνου του ιού. Αυτή η διέγερση του ανοσοποιητικού επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μελέτες ασθενών που ανάρρωσαν από σοβαρή νόσο COVID-19, στους οποίους μετρήθηκαν διαταραχές εκφράσεων γονιδίων των αιμοποιητικών κυττάρων, και αυξημένα μόρια φλεγμονής ακόμη και 1 έτος μετά τη νόσησή τους από τον ιό αυτό.

Δείτε αναλυτικά :

https://allabouthealth.gr/tag/%cf%84%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%cf%87%cf%81%ce%ad%ce%bf%cf%82-immunity-debt-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%af/

Τεστ DNA εντοπίζει 18 καρκίνους σε όλα τα κύρια όργανα, σε πρώιμο στάδιο

Το τεστ, το οποίο μετρά συγκεκριμένες πρωτεΐνες που βρίσκονται στο αίμα, μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό διαφορών που σχετίζονται με το φύλο, συμπεριλαμβανομένων των διαφοροποιήσεων της νόσου μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την ηλικία εμφάνισης, τους τύπους καρκίνου και τις γενετικές αλλοιώσεις, σημειώνει η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «BMJ Oncology».

Για να διερευνήσουν τη δυνητική χρήση των πρωτεϊνών του πλάσματος -συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σήμερα είναι ελάχιστα ανιχνεύσιμες- ως βιολογικές υπογραφές συμπαγών όγκων σε συγκεκριμένα όργανα, οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα πλάσματος από 440 άτομα που είχαν διαγνωστεί με 18 διαφορετικούς τύπους καρκίνου, καθώς και από 44 υγιείς αιμοδότες. Στη συνέχεια, μέτρησαν περισσότερες από 3.000 πρωτεΐνες που συνδέονται στενά με χημικές οδούς του καρκίνου σε κάθε δείγμα, χρησιμοποιώντας μια τεχνολογία που αναπτύσσει αντισώματα και έναν στατιστικό αλγόριθμο σε μια διαδικασία δύο σταδίων.

Το πρώτο στάδιο περιλάμβανε την ανίχνευση της βιολογικής υπογραφής οποιουδήποτε καρκίνου ενώ το δεύτερο περιλάμβανε τον προσδιορισμό του ιστού προέλευσης και των υποτύπων του καρκίνου – μικροκυτταρικός και μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, για παράδειγμα. Μέσω μιας διαδικασίας αποκλεισμού προέκυψε ένας πίνακας 10 πρωτεϊνών ειδικών ως προς το φύλο που εκφράζονταν διαφορετικά μεταξύ των δειγμάτων πλάσματος.

«Αυτό το εύρημα θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον προσυμπτωματικό έλεγχο, καθιστώντας αυτή την εξέταση πλάσματος τυπικό μέρος των συνηθισμένων ελέγχων», έγραψαν οι ερευνητές.

«Στο στάδιο Ι (το πρωιμότερο στάδιο του καρκίνου) και με ειδικότητα 99%, τα πάνελ μας ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν το 93% των καρκίνων μεταξύ των ανδρών και το 84% των καρκίνων μεταξύ των γυναικών. Τα ειδικά για το φύλο πάνελ εντοπισμού μας αποτελούνταν από 150 πρωτεΐνες και ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τον ιστό προέλευσης των περισσότερων καρκίνων σε ποσοστό άνω του 80% των περιπτώσεων», ανέφεραν οι συγγραφείς της μελέτης.

Η ανάλυση των πρωτεϊνών του πλάσματος έδειξε επίσης ότι σχεδόν όλες ήταν παρούσες σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Αυτό δείχνει τη σημασία των πρωτεϊνών χαμηλών επιπέδων για την ανίχνευση προκαρκινικών και πρώιμων σταδίων νόσου πριν ο όγκος προλάβει να προκαλέσει ουσιαστική βλάβη, δήλωσε η ομάδα.

Πρόσθεσε ωστόσο ότι το σχετικά μικρό μέγεθος του δείγματός τους σημαίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σε μεγαλύτερες ομάδες ανθρώπων.

Ο Δρ. Μανγκές Θόρατ, του Κέντρου Πρόληψης του Καρκίνου στο Ινστιτούτο Προληπτικής Ιατρικής Wolfson, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε ότι παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το τεστ και ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα.

«Ωστόσο, οι ενδιαφέρουσες πτυχές αυτής της εξέτασης είναι η πολύ υψηλότερη ευαισθησία για τους καρκίνους σταδίου Ι σε σχέση με άλλα διαγνωστικά τεστ που βρίσκονται σε εξέλιξη και οι διαφορές απόδοσης ανάλογα με το φύλο, οι οποίες είναι βιολογικά και κλινικά σημαντικές», δήλωσε.

«Εάν η απόδοση του τεστ σε μελλοντικές, καλά σχεδιασμένες διαδοχικές μελέτες είναι οριακά κοντά σε αυτό που υποδηλώνει αυτή η προκαταρκτική μελέτη, τότε θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τα δεδομένα», κατέληξε ο ερευνητής.

ΠΗΓΕΣ: Ertnews, Guardian

Πηγή: news4health.gr

Τα δεδομένα πραγματικού κόσμου (Real-World Data-RWD) συνιστούν ισχυρό εργαλείο απέναντι στα κενά γνώσης στην Ογκολογία

Τα δεδομένα πραγματικού κόσμου (Real-World Data-RWD) συνιστούν ένα ισχυρό εργαλείο, που δύναται να καλύψει, τόσο τα κενά γνώσεις που παραμένουν από τις κλινικές δοκιμές, όσο και να παράγει υποθέσεις για περαιτέρω διερεύνηση. Ωστόσο, όπως τονίστηκε και σε μια μελέτη της ESMO (Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ιατρικής Ογκολογίας) που παρουσιάστηκε πρόσφατα, η ποιότητα των δεδομένων χρειάζεται να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη για την αποτελεσματική χρήση των δεδομένων του πραγματικού κόσμου.

Προκειμένου να υπάρξει πραγματική πληροφόρηση για τη διαχείριση της νόσου, μια μελέτη αναδεικνύει ότι τα δεδομένα του πραγματικού κόσμου πρέπει να συλλέγονται για όλους/-ες τους/τις ασθενείς και να μην περιορίζονται σε συγκεκριμένους πληθυσμούς. Αντιθέτως με τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ότι αντιπροσωπεύουν «τέλεια δεδομένα από τον ατελή, εξαιρετικά επιλεγμένο ασθενή», τα δεδομένα πραγματικού κόσμου αντιπροσωπεύουν «ατελή δεδομένα από τον τέλειο ασθενή», που είναι και εκείνος/-η που απευθύνεται στην κλινική. Η ουσία των δεδομένων πραγματικού κόσμου είναι ότι τα ατελή δεδομένα μπορούν να διαμορφωθούν καλύτερα, βελτιώνοντας τις πηγές δεδομένων και αξιοποιώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις, για να ενισχυθεί η εξαγωγή δεδομένων από τα ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία (EMR) και να διευκολυνθεί η επιμέλεια και πιστοποίηση των δεδομένων.

Σύμφωνα με άλλη σχετική μελέτη υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για την ύπαρξη μιας συνεργατικής προσέγγισης, η οποία θα συνδυάζει τη συμπλήρωση των ηλεκτρονικών ιατρικών αρχείων από ιατρούς, νοσηλευτές και φαρμακοποιούς με εφαρμογές κινητών τηλεφώνων που θα συλλέγουν δεδομένα απευθείας από τους/τις ασθενείς.

Ορισμένες πρωτοβουλίες της ESMO, όπως η Οδηγία για την Καταγραφή Τεκμηρίων Πραγματικού Κόσμου Ογκολογίας (Guidance for Reporting Ongology real-world Evidence-GROW) ενδέχεται να βοηθήσουν στη δημιουργία υποδομών για τη συλλογή δεδομένων υψηλής ποιότητας και στη βελτίωση της ανάλυσης, με άμεσο αντίκτυπο στην καταγραφή και παρουσίαση. Οι κλινικοί ιατροί χρειάζεται να ενστερνιστούν αυτήν την πηγή πληροφοριών και να αναγνωρίσουν την ολοένα και πιο χρήσιμη συμβολή της, υποστηρίζοντας τα αποτελέσματα, που προκύπτουν από τις καλά σχεδιασμένες μελέτες παρατήρησης.

Πηγή: https://dailyreporter.esmo.org/esmo-asia-congress-2023/editorial/the-value-of-real-world-data-to-inform-cancer-research-and-care

Ανισότητες στην έκβαση του καρκίνου

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) οι κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες της υγείας ορίζονται ως «μη ιατρικοί παράγοντες, που επηρεάζουν την έκβαση της υγείας», οι οποίοι περιλαμβάνουν «τις συνθήκες εκείνες στις οποίες οι άνθρωποι γεννιούνται και μεγαλώνουν, καθώς και το ευρύτερο σύνολο δυναμικών και συστημάτων, που διαμορφώνουν τις συνθήκες της καθημερινής ζωής».

Στην ογκολογία, αυτοί οι κοινωνικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τις οικονομικές πολιτικές και τα συστήματα, την πολιτική δέσμευση και τα αποτελέσματα της, τις κοινωνικές νόρμες – αντιπροσωπεύοντας τη συστημική δύναμη, που είναι ικανή να διαμορφώσει τις συνθήκες, που επηρεάζουν την έκβαση του καρκίνου.

Πολλαπλές περιλήψεις που παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO) 2023 δείχνουν ότι οι αποτελεσματικές αντικαρκινικές θεραπείες δε λειτουργούν σε πλαίσια, που ενυπάρχουν δυσμενείς κοινωνικοί παράγοντες για την υγεία. Οι κοινωνικοί παράγοντες για την υγεία χρειάζεται να κατανοηθούν ως επιπτώσεις άδικων ή ελιτιστικών πολιτικών. Δηλαδή, τα δυσμενή αποτελέσματα στην υγεία δε θα πρέπει να ανάγονται σε εγγενή χαρακτηριστικά (π.χ. εθνικότητα), αλλά σε προερχόμενα από περιβαλλοντικές μεταβλητές, που ωθούν τους ανθρώπους στο περιθώριο μέσω κοινωνικού αποκλεισμού και πολιτικών διάκρισης.

Οι δυσμενείς κοινωνικοί παράγοντες δύναται να αποκαλύψουν πληθυσμούς, που διατρέχουν κίνδυνο αποκλεισμού από τη βασική φροντίδα για τον καρκίνο. Ιδιαίτερα, μια μελέτη επισημαίνει τον καθοριστικό ρόλο των αντίξοων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην πιθανότητα λήψης θεραπείας για τον καρκίνο, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον ουσιώδες αντίκτυπο στην έκβαση της νόσου, που προβάλλει η αργοπορημένη πρόσβαση στη θεραπεία.

Αντίστοιχα, άλλη μελέτη αναδεικνύει ότι τα άτομα που διαμένουν σε χώρες του ΟΟΣΑ (Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), έχουν μεγαλύτερη συνολική επιβίωση σε σχέση με εκείνους/-ες που κατοικούν σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ, ανεξαρτήτως πολιτισμικής ομάδας. Στις χώρες του ΟΟΣΑ συγκαταλέγονται κράτη υψηλού εισοδήματος, με πολιτική δέσμευση για δημοκρατία και δίκαιη υγειονομική περίθαλψη. Ουσιαστικά, καθίσταται ζήτημα ισότητας, που προέρχεται από μη βιολογικούς, μη εγγενείς παράγοντες, ειδικά όσον αφορά τις πολιτισμικές ανισότητες, αποκαλύπτοντας έναν πολιτισμικά αδικαιολόγητο κοινωνικοοικονομικό αποκλεισμό.

Μάλιστα, οι κοινωνικοί παράγοντες επιδεινώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και μπορούν να επιδεινωθούν και από τη διάγνωση του. Επί παραδείγματι, η γνώση γύρω από θέματα υγείας καθορίζουν την προληπτική στάση των πολιτών αναφορικά με την πρόληψη του καρκίνου, ενώ η εμπλοκή σε πρακτικές που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου παρατηρείται, όταν δεν έχουν επαρκείς γνώσεις σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο. Σε πιο ευάλωτα άτομα (π.χ. νέοι ενήλικες) η επιδείνωση των κοινωνικών παραγόντων από τον καρκίνο μπορεί να αυξήσει τις προγενέστερες κοινωνικοοικονομικές ευπάθειες, όπως τις οικονομικές δυσχέρειες, λόγω αδυναμίας συνέχισης εργασιακής απασχόλησης, με αποτέλεσμα η οικονομική αστάθεια να μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες ολοκλήρωσης της βασικής θεραπείας.

Είναι καιρός να ενισχυθεί η αξιολόγηση των κοινωνικών παραγόντων και να ληφθούν υπόψη κατά την αναφορά των ανισοτήτων στην υγεία, καθώς ολοένα και αναδεικνύεται ότι συνιστούν δείκτες άνισων περιβαλλόντων, ικανών να επηρεάσουν την έκβαση του καρκίνου.

 

Πηγή:https://dailyreporter.esmo.org/columns/dario-trapani/how-to-integrate-the-social-determinants-of-health-in-cancer-care

Συμφωνία Ε.Ε. και ΠΟΥ για τα δεδομένα υγείας στην Ευρώπη

Το έργο θα στηρίξει υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης για το σχεδόν 1 δισεκατομμύριο ανθρώπους, που ζουν στις 53 χώρες της Περιφέρειας Ευρώπης του ΠΟΥ. Θα έχει διάρκεια 4 ετών και στοχεύει να βελτιώσει τη χρήση και την επαναχρησιμοποίηση δεδομένων υγείας από τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους ασθενείς και να βελτιώσει την ποιότητα και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων πληροφορικής υγείας.

Για τους σκοπούς αυτούς, η ΠΟΥ/Ευρώπη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναπτύξουν και θα παράσχουν δραστηριότητες ανάπτυξης ικανοτήτων και βοήθεια, με στόχο την αντιμετώπιση κενών, αναγκών και τομέων εμπειρογνωμοσύνης στα συστήματα πληροφοριών υγείας των υποστηριζόμενων χωρών και τη διακυβέρνηση και τις ικανότητες δεδομένων υγείας, με σκοπό την επέκταση επιτυχημένων πρακτικών σε επίπεδο χώρας ή σε περιφερειακό επίπεδο.

«Η αποτελεσματική, ασφαλής και ασφαλής χρήση του πλήρους δυναμικού των δεδομένων υγείας σημαίνει ότι οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι πάροχοι ψηφιακής υγείας μπορούν να παρακολουθήσουν γρήγορα την υιοθέτηση νέων προϊόντων και θεραπειών, δίνοντας αυτά τα εργαλεία στα χέρια όσων τα χρειάζονται οι περισσότεροι», δήλωσε ο Δρ Hans Henri P. Kluge, Περιφερειακός Διευθυντής του ΠΟΥ για την Ευρώπη. «Αυτή η νέα εταιρική σχέση δεδομένων και ψηφιακής υγείας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΠΟΥ/Ευρώπης θα ευθυγραμμίσει περαιτέρω τις προσπάθειές μας, βασιζόμενη στις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές για την προώθηση ασφαλών, αξιόπιστων και ανθεκτικών συστημάτων πληροφοριών υγείας».

Η κ. Sandra Gallina, Γενική Διευθύντρια Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξήγησε: «Η σημασία των δεδομένων υγείας δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Η ύπαρξη ισχυρών συστημάτων πληροφοριών υγείας και προσβάσιμων δεδομένων υγείας μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την εξατομίκευση της υγειονομικής περίθαλψης, μεταμορφώνοντας τη δημόσια υγεία όπως τη γνωρίζουμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξε την πρόταση για έναν Ευρωπαϊκό Χώρο Δεδομένων Υγείας, μέρος μιας ισχυρής Ευρωπαϊκής Ένωσης Υγείας, της οποίας οι αρχές μπορούν να ωφελήσουν τη δημόσια υγεία όχι μόνο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), αλλά σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια. Η συνεργασία με τον ΠΟΥ Ευρώπης είναι μια σημαντική ευκαιρία για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υποστηρίζοντας την ευθυγράμμιση της διακυβέρνησης δεδομένων υγείας και των τεχνικών προτύπων σε ευρωπαϊκές χώρες της ΕΕ και εκτός ΕΕ με τα πρότυπα της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης πολιτών και επαγγελματιών υγείας σε δεδομένα υγείας».

Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας

Το έργο θα προωθήσει τη συνεργασία μεταξύ των συμμετεχουσών χωρών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΠΟΥ/Ευρώπης και εξωτερικών ενδιαφερομένων. Μια βασική πτυχή θα είναι η δημιουργία του Δικτύου Πληροφοριών για την Υγεία, ενός δικτύου χωρών, που συμμετέχουν σε συλλογική λήψη αποφάσεων, ουσιαστικό διάλογο και ανταλλαγή γνώσεων.

Η πρωτοβουλία θα καθοδηγείται από τις αρχές και τις ιδέες που προτείνονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων Υγείας (EHDS) για τη διευκόλυνση της χρήσης και επαναχρησιμοποίησης δεδομένων υγείας εντός της ΕΕ. Η πρόταση κανονισμού για το EHDS βρίσκεται επί του παρόντος υπό διαπραγμάτευση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και θα συμβάλει σημαντικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.

Το έργο που συμφωνήθηκε θα υποστηρίξει τους στόχους της Παγκόσμιας Στρατηγικής Υγείας της ΕΕ, καθώς και του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Εργασίας 2020–2025, του Περιφερειακού Σχεδίου Δράσης για την Ψηφιακή Υγεία για την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ 2023–2030 και της Παγκόσμιας Στρατηγικής του ΠΟΥ για την Ψηφιακή Υγεία 2020 –2025.

Πηγή: virus.com.gr

Πως αντιμετωπίζονται οι αιματολογικές κακοήθειες στην εγκυμοσύνη

Εξαιρετικά σπάνια είναι η εμφάνιση αιματολογικών κακοηθειών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (0,02%). Σημαντική  είναι η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία καθώς και η υψηλή κλινική υποψία.

Το  ποσοστό αυτό αυξάνεται, όσο αυξάνεται η ηλικία στην οποία οι γυναίκες κυοφορούν. Τα  νεότερα δεδομένα όσον αφορά τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των συχνότερων αιματολογικών κακοηθειών στην εγκυμοσύνη  παρουσιάοζυν ο διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Καθηγητής Θάνος Δημόπουλος (Αιματολόγος – Ογκολόγος) και η Ιατρός Αιματολόγος Δέσποινα Φωτίου, η Ιατρός Ογκολόγος Μαρία Καπαρέλου και η Καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας Θεοδώρα Ψαλτοπούλου.

Χημειοθεραπεία

Η συνήθη χορήγηση χημειοθεραπευτικών σχημάτων αλλά και νεότερων παραγόντων εξαρτάται από τη δυνατότητά τους να περνάνε τον πλακούντα, τη δόση χορήγησης αλλά και την εβδομάδα της κύησης. Κίνδυνος υπάρχει για το έμβρυο καθώς η χημειοθεραπεία κατά το πρώτο τρίμηνο αυξάνει τη πιθανότητα αυτόματης αποβολής, εμβρυικού θανάτου και γενετικών δυσμορφιών. Επίσης, ο κίνδυνος τερατογένεσης είναι μεγαλύτερος κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης και μειώνεται σημαντικά κατά τα επόμενα τρίμηνα. Κατά το 1ο τρίμηνο της κύησης συστήνεται και ο τερματισμός της, ενώ κατά κανόνα  είναι πιο ασφαλής η χορήγηση θεραπείας από το δεύτερο τρίμηνο και μετά. Όμως, παραμένει ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού και χαμηλότερου σωματικού βάρους/αργοπορημένης ανάπτυξης για το έμβρυο. Υπάρχει και η επιλογή να διατηρηθεί η κύηση ακόμα και κατά το 1ο τρίμηνο και να καθυστερήσουμε την έναρξη χημειοθεραπείας ή να χορηγηθούν κορτικοστεοειδή ως θεραπεία γέφυρας. Η απόφαση σε κάθε περίπτωση είναι εξατομικευμένη με βάση το υποκείμενο αιματολογικό νόσημα, την επιθετικότητά του, το ιατρικό προφίλ της εγκυμονούσας και τις επιθυμίες της.Υπάρχουν κάποιες κατηγορίες φαρμάκων που αντενδείκνυνται καθώς έχουν γνωστή τερατογόνο δράση, ενώ άλλα μπορούν να χορηγηθούν με σχετική ασφάλεια κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης. Με βάση τη διάγνωση και τα ενδεδειγμένα θεραπευτικά σχήματα χρειάζεται συχνά να γίνουν τροποποιήσεις.

Λέμφωμα Hodgkin

Η πιο συχνή αιματολογική κακοήθεια στην εγκυμοσύνη είναι το λέμφωμα Hodgkin (HL). Η πρόγνωση των γυναικών με HL στην κύηση είναι εξαιρετική και η μακροχρόνια επιβίωση παρόμοια με αυτή των γυναικών με HL εκτός εγκυμοσύνης. Σε κάποιες περιπτώσεις η νόσος είναι πολύ περιορισμένη και μπορούμε έτσι να ξεκινήσουμε τη θεραπεία μετά τον τοκετό ιδιαίτερα αν τεθεί η διάγνωση σε προχωρημένο στάδιο της εγκυμοσύνης. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η άμεση έναρξη θεραπείας. Το καθιερωμένο σχήμα ABVD (Δοξορουβικίνη, Μπλεομυκίνη, Βιμπλαστίνη, Ντακαρμπαζίνη) μπορεί να χορηγηθεί με σχετική ασφάλεια από το 2ο τρίμηνο και μετά και να προσαρμοστεί εφόσον είναι απαραίτητο σε ένα πιο εντατικό χημειοθεραπευτικό σχήμα μετά την εγκυμοσύνη.  Η χορήγηση του νεότερου παράγοντας Brentuximab vedotin αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη.

NonHodgkin Λέμφωμα

Χρειάζεται να τυποποιηθεί και να σταδιοποιηθεί το νόσημα με ακρίβεια ώστε να γίνει ο σωστός προγραμματισμός όσον αφορά το είδος και το χρονικό σημείο χορήγησης της θεραπείας αλλά και το προγραμματισμό τoν τοκετό. Η πιο συχνός τύπος NHL στην εγκυμοσύνη, στο 56% των περιπτώσεων, είναι το διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β-κύτταρα (DLBCL), ενώ λέμφωμα από Τ λεμφοκύτταρα διαγιγνώσκεται στο 20% περίπου. Εάν έχουμε ένα NHL χαμηλής κακοήθειας χωρίς συμπτώματα, μια επιλογή είναι να προχωρήσει κανονικά η εγκυμοσύνη και να χορηγηθεί θεραπεία μετά τον τοκετό. Στα λεμφώματα υψηλής κακοήθειας όπως το DLBCL μπορεί να χορηγηθεί συνδυαστική χημειοθεραπεία από το 2ο τρίμηνο. Το σχήμα R-CHOP (ριτουξιμάβης, κυκλοφωσφαμίδης, δοξορουβικίνης, βινκριστίνης και πρεδνιζόνης) μπορεί να χορηγηθεί μετά την 20η εβδομάδα και συνήθως προγραμματίζεται ο τοκετός 2-3 εβδομάδες μετά το τελευταίο σχήμα χημειοθεραπείας.  Η ριτουξιμάβη, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι των Β-λεμφοκυττάρων περνάει τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει λευκοπενία στο έμβρυο η οποία είναι όμως αναστρέψιμη. Στόχος είναι όλες οι γυναίκες με NHL να γεννήσουν μετά την 34η εβδομάδα.

Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

Έχει συχνότητα 1 στις 100.000 εγκυμοσύνες. Μπορεί να τεθεί η διάγνωση σε τυχαίο αιματολογικό έλεγχο ρουτίνας ή να έχει η γυναίκα συμπτώματα όπως αδυναμία, εφιδρώσεις και απώλεια σωματικού βάρους που μπορούν να αποδοθούν και στην ίδια την εγκυμοσύνη.

Η θεραπεία εκλογής σε ασθενείς με ΧΜΛ είναι οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (TKIs), αλλά η κατηγορία φαρμάκων αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη. Συχνά είναι εφικτό η θεραπεία να αρχίσει παρά μόνο όταν εμφανιστούν συμπτώματα ή οι τιμές των αιμοπεταλίων και των λευκών αιμοσφαιρίων ξεπεράσουν κάποια όρια. Εάν είναι απαραίτητο να δοθεί θεραπεία πριν τον τοκετό μπορούμε να επιλέξουμε λευκαφαίρεση ή ιντερφερόνη ως γέφυρα μέχρι να μπορεί να γίνει έναρξη ΤΚΙ. Σημαντικό είναι να χορηγείται και θρομβοπροφύλαξη.

Μυελοϋπερπλαστικά  νοσήματα

Σε αυτά ανήκουν η αληθής πολυκυτταραιμία (PV) και η ιδιοπαθής θρομβοκυττάρωση (ET). Η ΕΤ είναι το πιο συχνό μυελοϋπερπλαστικό νόσημα σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Εδώ είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε εάν πρόκειται για εγκυμοσύνη χαμηλού ή υψηλού κινδύνου. Σε εγκυμοσύνη χαμηλού κινδύνου χορηγείται ασπιρίνη και εάν είναι απαραίτητο θεραπευτική αφαίμαξη για να διατηρείται ο αιματοκρίτης σε ασφαλή επίπεδα. Εάν η εγκυμοσύνη είναι υψηλού κινδύνου χορηγείται θρομβοπροφύλαξη με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους και θεραπεία που στοχεύει να μειώσει τον αιματοκρίτη, των αριθμό των λευκών και των αιμοπεταλίων. Μια ασφαλής επιλογή είναι η ιντερφερόνη.

Οξεία  λευχαιμία

Εάν έχουμε διάγνωση οξείας μυελογενούς λευχαιμίας στο 1ο τρίμηνο, συστήνεται τερματισμός της κύησης και άμεση έναρξη χημειοθεραπείας. Από το 2ο τρίμηνο μπορεί να χορηγηθεί η συνήθης εντατική εισαγωγική χημειοθεραπεία με κάποιες προσαρμογές στους παράγοντες που θα χορηγηθούν αλλά υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καθυστερημένης ανάπτυξης του εμβρύου και ακόμα και εμβρυικού θανάτου. Στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία προκύπτουν οι ίδιες προκλήσεις αλλά υπάρχουν και επιπρόσθετα θεραπευτικά ζητήματα καθώς είναι απαραίτητη η χορήγηση χημειοθεραπευτικών που είναι τοξικά για το έμβρυο. Έτσι πριν την 20η εβδομάδα συστήνεται ο τερματισμός της κύησης ενώ μετά την 20η εβδομάδα χορηγείται κλασσική χημειοθεραπεία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και προστίθενται οι νεότεροι αναστολείς τυροσινικής κινάσης μετά τον τοκετό.

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ευρωπαϊκό Συνέδριο Παθολογικής Ογκολογίας (ESMO): Τα σημαντικότερα νέα

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής Μιχάλης Λιόντος (Επίκουρος Καθηγητής), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής), Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας) συνοψίζουν τα σημαντικότερα δεδομένα του Συνεδρίου.

Στο φετινό συνέδριο, έχει την τιμητική του ο καρκίνος του πνεύμονα. Παρουσιάστηκαν μια σειρά σημαντικών μελετών για την αντιμετώπιση της τοπικής νόσου αλλά και των ασθενών με μεταστατική νόσο που φέρουν συγκεκριμένες μεταλλάξεις. Κατ’ αρχήν για τους ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και τοπική νόσο που είναι δυνητικά εξαιρέσιμη (στάδια ΙΙ-ΙΙΙΒ) θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα δύο μεγάλων φάσης ΙΙΙ μελετών (ΚΕΥΝΟΤΕ-671 και Checkmate-77T) που εξετάζουν το όφελος της περιεγχειρητικής χορήγησης ανοσοθεραπείας (πεμπρολιζουμάμπης και νιβολουμάμπης αντίστοιχα) μαζί με προεγχειρητική χημειοθεραπεία σε αυτή την ομάδα ασθενών. Και στις δύο μελέτες η προσθήκη της ανοσοθεραπείας στην χημειοθεραπεία αυξάνει σε στατιστικά σημαντικό βαθμό την ανταπόκριση των ασθενών καθώς και τον χρόνο χωρίς υποτροπή της νόσου. Επιπλέον, στην μελέτη της πεμπρολιζουμάμπης διαπιστώθηκε και όφελος στην συνολική επιβίωση ενώ για την νιβολουμάμπη τα δεδομένα δεν είναι ακόμη ώριμα. Τα αποτελέσματα αυτά είναι συνηγορητικά ότι η περιεγχειρητική χορήγηση ανοσοθεραπείας με τη μορφή αντι-PD1 αντισωμάτων (πεμπρολιζουμάμπη ή νιβολουμάμπη) θα αποτελέσει την νέα καθιερωμένη θεραπευτική πρακτική σε αυτό το στάδιο της νόσου.

Τα τελευταία χρόνια για μια σειρά από μεταλλάξεις που προάγουν την καρκινογένεση στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα έχουν αναπτυχθεί στοχεύουσες θεραπείες με ιδιαίτερα σημαντικό όφελος επιβίωσης. Οι θεραπείες αυτές όμως ως τώρα έχουν βρει εφαρμογή μόνο σε ασθενείς με μεταστατική νόσο με την εξαίρεση του EGFR αναστολέα οσιμερτινίμπη που χρησιμοποιείται και ως επικουρική αγωγή σε ασθενείς με EGFR μεταλλάξεις που έχουν υποβληθεί σε ριζική εξαίρεση της νόσου τους. Στο φετινό ESMO όμως θα ανακοινωθεί η μελέτη ALINA, όπου δοκιμάστηκε ο αναστολέας αλεκτινίμπη ως επικουρική αγωγή σε ασθενείς με χειρουργηθέντα μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα (στάδια ΙΒ-ΙΙΙΑ) που έφεραν αναδιατάξεις στο γονίδιο ALK. Η μελέτη κατέδειξε ότι η εκλεκτική αναστολή του ALK υπερέχει σημαντικά της χημειοθεραπείας που ήταν η ως τώρα καθιερωμένη επικουρική αγωγή για αυτούς τους ασθενείς, μειώνοντας τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου κατά 75%. Τα δεδομένα αυτά επίσης καταδεικνύουν την ανάγκη για μοριακό χαρακτηρισμό της νόσου ακόμη και των μη μεταστατικών ασθενών

Ιδιαίτερα σημαντικά όμως είναι και τα αποτελέσματα που θα ανακοινωθούν για τους ασθενείς με μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα που

φέρουν οδηγές μεταλλάξεις. Πλέον κατανοούμε ότι η εξαρχής χορήγηση μικρομοριακών αναστολέων που στοχεύουν εκλεκτικά αυτές τις μεταλλάξεις παρέχει μεγαλύτερο όφελος επιβίωσης στους ασθενείς έναντι της χορήγησης χημειοθεραπείας. Ήδη αυτό είχε αποδειχθεί για τους ασθενείς με μεταλλάξεις EGFR και ALK και μετά τις ανακοινώσεις στο φετινό ESMO αυτό αναμένεται να ισχύσει και για τους ασθενείς που φέρουν μεταλλάξεις στο γονίδιο RET και στο εξώνιο 20 του EGFR. Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη LIBRETTO-431 αποδεικνύει ότι ο αναστολέας του RET σελπρεκατινίμπη υπέρεχει του συνδυασμού χημειοθεραπείας και ανοσοθεραπείας ως αρχική αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου των ασθενών που φέρουν αναδιατάξεις του γονίδιου RET. Αντίστοιχα, η μελέτη PAPILLON αποδεικνύει ότι η προσθήκη του αμφιειδικού αντισώματος αμιβαταμάμπη (αντι- EGFR και ΜΕΤ) στη χημειοθεραπεία αποτελεί την καλύτερη θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με μεταλλάξεις στο εξώνιο 20 του EGFR.

Αλλαγές όμως αναμένονται μετά από αρκετά χρόνια και στην αρχική αντιμετώπιση των ασθενών με μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα που φέρουν μεταλλάξεις του EGFR. Ο τρίτης γενιάς μικρομοριακός αναστολέας οσιμερετινίμπη αποτελεί ως τώρα την καθιερωμένη αγωγή με σημαντικό όφελος στο χρόνο ως την υποτροπή της νόσου και τη συνολική επιβίωση. Η μελέτη MARIPOSA που θα ανακοινωθεί στην ολομέλεια του συνεδρίου καταδεικνύει ότι ο συνδυασμός της αμιβαταμάμπης (αντι-EGFR και ΜΕΤ αμφι-ειδικό αντίσωμα) και του EGFR αναστολέα λαζερτινίμπης υπερέχει της οσιμερτινίμπης στον χρόνο ως την υποτροπή της νόσου. Ο συνδυασμός βέβαια συνδέεται με μεγαλύτερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών και τα αποτελέσματα ασφαλείας αναμένονται με ενδιαφέρον για να καθορισθεί αν και για ποιους ασθενείς μπορεί να αποτελέσει την νέα καθιερωμένη θεραπευτική επιλογή.

Αναφορικά με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, εδώ και τριάντα χρόνια, η καθιερωμένη αγωγή της τοπικά προχωρημένης νόσου περιλαμβάνει τη συνδυασμένη ταυτόχρονη χημειοακτινοθεραπεία με τη χρήση σισπλατίνης. Στο φετινό ESMO όμως ανακοινώνονται δύο σημαντικές μελέτες που αναμένεται να αλλάξουν την πρακτική μας. Η πρώτη μελέτη (INTERLACE) δοκίμασε τη χρήση εισαγωγικής χημειοθεραπείας με 6 εβδομαδιαίες εγχύσεις πακλιταξέλης και κραμποπλατίνης πριν από την χημειοακτινοθεραπεία, αποδεικνύοντας σημαντική αύξηση τόσο στον χρόνο ως την υποτροπή της νόσου όσο και στη συνολική επιβίωση. Ο καρκίνος τραχήλου της μήτρας εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή επίπτωση σε χώρες με χαμηλό βαθμό οικονομικής ανάπτυξης όπου η πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες είναι περιορισμένη. Επομένως, είναι σημαντικό ότι η μελέτη INTERLACE συμπεριέλαβε ασθενείς από τέτοιες χώρες καταδεικνύοντας ότι η εισαγωγική θεραπεία είναι εύκολα εφικτή και μπορεί να προσφέρει σημαντικό όφελος επιβίωσης σε πληθυσμούς που πραγματικά έχουν ανάγκη νέες και απλές θεραπευτικές πρακτικές.

Η δεύτερη μελέτη που αλλάζει τα δεδομένα στον τοπικά προχωρημένο καρκίνο τραχήλου της μήτρας είναι η KEYNOTE-A18 που απέδειξε ότι η προσθήκη του αντι- PD1 αντισώματος πεμπρολιζουμάμπη στη χημειοακτινοθεραπεία και ως ακολούθως θεραπεία συντήρησης αυξάνει σημαντικά το χρόνο ως την υποτροπή της νόσου. Παρότι προηγούμενες μελέτες που εξέταζαν τον ρόλο της ανοσοθεραπείας στον τοπικά προχωρημένο καρκίνο τραχήλου της μήτρας δεν είχαν αποδώσει θετικά αποτελέσματα, η ΚΕΥΝΟΤΕ-Α18 θέτει το συνδυασμό πεμπρολιζουμάμπης και χημειοακτινοθεραπείας ως την προτιμητέα θεραπευτική επιλογή. Θα πρέπει να τονιστεί ότι για τη συγκεκριμένη μελέτη, η Θεραπευτική Κλινική αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα σε παγκόσμιο επίπεδο προσφέροντας τη δυνατότητα σε αρκετές ασθενείς στην Ελλάδα να λάβουν καινοτόμες θεραπείες.

Σημαντικές εξελίξεις θα υπάρξουν όμως και στα νεοπλάσματα του ουροποιογεννητικού συστήματος. Καταρχήν, για τον καρκίνο ουροδόχου κύστης ήταν κοινή πεποίθηση ότι η χημειοθεραπεία με βάση τη σισπλατίνη αποτελεί την καλύτερη αρχική θεραπευτική επιλογή για όσους ασθενείς έχουν μεταστατική νόσο. Μια νέα μελέτη, η EV-302/KEYNOTE-A39 έρχεται να ταράξει τα νερά αποδεικνύοντας ότι σε αυτούς τους ασθενείς ένας συνδυασμός στοχευουσών θεραπειών υπερέχει κατά πολύ της χημειοθεραπείας. Πιο συγκεκριμένα, ο συνδυασμός της ενφορτουμάμπης βεντοϊτίνης (συζευγμένου με χημειοθεραπεία αντισώματος έναντι της Νεκτίνης-4) με τον ανοσοθεραπευτικό παράγοντα πεμπρολιζουμάμπη σχεδόν διπλασίασε την επιβίωση των ασθενών έναντι της χρήσης χημειοθεραπείας. Είναι δεδομένα ότι ο συνδυασμός αυτός θα αποτελέσει μια νέα θεραπευτική επιλογή για τους ασθενείς με μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο. Παράλληλα όμως θα ανακοινωθεί για τον ίδιο πληθυσμό ασθενών και η μελέτη CheckMate 901 που εξέτασε το όφελος από το συνδυασμό χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα και ανοσοθεραπείας (νιβολουμάμπη). Για πρώτη φορά ένας τέτοιος συνδυασμός αποδεικνύει όφελος επιβίωσης ως αρχική θεραπεία των ασθενών με μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνο. Επομένως, για ένα νεόπλασμα που τα προηγούμενα χρόνια οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονταν στην χημειοθεραπεία, πλέον υπάρχουν εναλλακτικές θεραπευτικές δυνατότητες και παράγοντες όπως αναδυόμενοι βιοδείκτες και το προφίλ ασφαλείας των φαρμάκων θα καθορίσουν τη βέλτιστη αντιμετώπιση των ασθενών.

Τέλος για τον καρκίνο του προστάτη, διάφορες θεραπευτικές επιλογές έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια για τους ασθενείς με μεταστατική ευνουχοάντοχη νόσο. Μεταξύ αυτών, η θεραπεία με το ραδιοφάρμακο Lu177-PSMA που στοχεύει τα καρκινικά κύτταρα του προστάτη που εκφράζουν ισχυρά την διαμεμβρανική πρωτεΐνη PSMA έχει λάβει ήδη έγκριση για ασθενείς που έχουν λάβει και νεότερα ορμονικά φάρμακα και χημειοθεραπεία. Η μελέτη PSMAfore που θα ανακοινωθεί στο ESMO αποδεικνύει όμως ότι η στόχευση του PSMA έχει θέσει σε πιο πρώιμα στάδια της νόσου. Συγκεκριμένα, σε ασθενείς που είχαν θετική έκφραση PSMA με βάση το διαγνωστικό PSMA PET/CT και είχαν υποτροπιάσει μετά από χρήση νεότερου ορμονικού φαρμάκου, το Lu-PSMA μείωσε κατά 60% την πιθανότητα υποτροπής έναντι της χρήσης εναλλακτικής ορμονικής θεραπείας. Μάλιστα, σε αυτόν τον πληθυσμό των ασθενών, οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τη θεραπεία ήταν σε χαμηλό ποσοστό.

Τα μηνύματα λοιπόν που έρχονται από το ευρωπαϊκό συνέδριο ογκολογίας είναι αισιόδοξα. Οι θεραπευτικές δυνατότητες στην Ογκολογία βελτιώνονται διαρκώς με στόχο όχι μόνο της αύξηση της επιβίωσης των ασθενών αλλά και τη διασφάλιση της βέλτιστης δυνατής ποιότητας ζωής.

https://www.uoa.gr/fileadmin/user_upload/PDF-files/anakoinwseis/themata_ygeias/2023/2010_ESMO_preview.pdf