Στο ΒΗΜΑ της Κυριακής και στο περιοδικό Vita της 25ης Ιανουαρίου 2026 φιλοξενήθηκαν οι απόψεις της κας Ευαγγελή Μπίστα, co-founder του οργανισμού Κάπα3, φωτίζοντας το τοπίο της σύγχρονης ογκολογίας και τις προκλήσεις που αναδεικνύονται στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
Η κα Μπίστα μίλησε για την ελληνική πραγματικότητα και τόνισε τη σημασία της ψηφιακής τεχνολογίας ως πυλώνα της σύγχρονης υγειονομικής πολιτικής, ειδικά στον τομέα του καρκίνου, όπου η φροντίδα είναι σύνθετη, μακρόχρονη και βαθιά ανθρωποκεντρική. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει ήδη καταγράψει μετρήσιμα βήματα προόδου: η ηλεκτρονική και άυλη συνταγογράφηση, τα ογκολογικά μητρώα, ο Εθνικός Φάκελος Υγείας και εφαρμογές όπως το MyHealthApp δημιουργούν προϋποθέσεις για πιο συντονισμένη και διαφανή φροντίδα. Όπως επισημαίνεται, όταν οι επαγγελματίες υγείας, αλλά και οι ίδιοι οι ασθενείς, διαθέτουν τις κατάλληλες ψηφιακές δεξιότητες, ενισχύεται η αυτονομία τους, βελτιώνονται τα θεραπευτικά αποτελέσματα και περιορίζονται οι ανισότητες, ιδιαίτερα για τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.
Το άρθρο συνυπογράφουν οι εξαιρετικοί συνοδοιπόροι επιστήμονες Μαρία Γαζούλη, καθηγήτρια Βιολογίας, Γενετικής και Νανοϊατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και εθνική εκπρόσωπος στην Επιτροπή Προηγμένων Θεραπειών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, Μανώλης Σαλούστρος, αναπληρωτής καθηγητής Ογκολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), καθώς και ο Χρήστος Φραντζίδης, επίκουρος καθηγητής Πληροφορικής και Μηχανικής Μάθησης στο Πανεπιστήμιο του Λίνκολν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι συνυπογράφοντες ειδικοί ανέδειξαν τα βασικά σημεία του άρθρου, επισημαίνοντας ότι η σύγχρονη ογκολογία αντιμετωπίζει πλέον τον καρκίνο ως, σε μεγάλο βαθμό, διαχειρίσιμη χρόνια νόσο, μέσα από στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπείες. Η αξιοποίηση καινοτόμων τεχνολογιών, όπως το Next-Generation Sequencing, τα mRNA εμβόλια, οι PARP αναστολείς και οι κυτταρικές θεραπείες, διευρύνει σημαντικά τις θεραπευτικές επιλογές. Παράλληλα, η πρόγνωση γίνεται δυναμική και εξατομικευμένη, με τη χρήση multi-omics προφίλ, αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και υγρής βιοψίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έγκαιρη ενσωμάτωση της παρηγορητικής φροντίδας και της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, που συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Τέλος, αναδεικνύεται η σημασία της οργάνωσης και της συνεργασίας των υπηρεσιών υγείας, με κεντρικό ρόλο τον παθολόγο-ογκολόγο ως συντονιστή της ανθρωποκεντρικής φροντίδας.
Το άρθρο, πέρα από την καταγραφή των τεχνολογικών εξελίξεων, ανοίγει έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από την ψηφιακή μετάβαση στην ογκολογική φροντίδα: ζητήματα πρόσβασης, ουσιαστικής αξιοποίησης των δεδομένων και της ανάγκης για συντονισμό μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών πεδίων. Η ψηφιακή υγεία αναδεικνύεται όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως εργαλείο που απαιτεί συνεργασία, θεσμική ωριμότητα και κοινό όραμα, ώστε να μεταφράζεται σε πραγματικό όφελος για τον ασθενή.
Το συνολικό μήνυμα που αναδύεται είναι σαφές: κάθε βήμα, μικρό ή μεγάλο, έχει σημασία. Η πρόοδος στην ογκολογία δεν είναι αποτέλεσμα μεμονωμένων ενεργειών, αλλά συλλογικής προσπάθειας.
Μέσα από τη συνεργασία επιστημόνων, επαγγελματιών υγείας, οργανισμών και ασθενών, μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες ουσιαστικής και διαρκούς αλλαγής, με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες.
Κείμενο/προσαρμογή: Ιφιγένεια Αναστασίου για το ΚΑΠΑ3
