Νέα ρύθμιση για τις κλινικές δοκιμές: τι προβλέπει το ΦΕΚ 230/Β/22.01.2026

Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 230/Β/22.01.2026 για τις κλινικές δοκιμές, το οποίο θεσπίζει ενιαίο και απλουστευμένο πλαίσιο για τη σύναψη συμβάσεων και την οικονομική διαχείριση κλινικών δοκιμών, μη παρεμβατικών μελετών και λοιπών ερευνητικών έργων στον χώρο της υγείας. Η ρύθμιση αφορά άμεσα τις κλινικές δοκιμές με φάρμακα, τις μελέτες με ιατροτεχνολογικά προϊόντα και τις ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιούνται σε νοσοκομεία και δημόσιους φορείς υγείας, με βασικό στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διαφάνεια και την προστασία των συμμετεχόντων ασθενών.

Γιατί κρίθηκε αναγκαία η νέα απόφαση

Μέχρι σήμερα, οι διαδικασίες υπογραφής συμβάσεων για κλινικές δοκιμές και μελέτες χαρακτηρίζονταν συχνά από καθυστερήσεις, πολυπλοκότητα και διαφορετικές πρακτικές ανά φορέα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της έρευνας, αλλά και την αποθάρρυνση χορηγών και ερευνητικών ομάδων. Η νέα Υπουργική Απόφαση επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο και σαφές πλαίσιο, με κοινά πρότυπα, ξεκάθαρες αρμοδιότητες και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.

Τι αλλάζει στις κλινικές δοκιμές και τις μελέτες

Με τη νέα ρύθμιση:

  • καθιερώνονται πρότυπες συμβάσεις για τις κλινικές δοκιμές και τις μελέτες,

  • προβλέπονται σαφή χρονικά όρια για την υπογραφή τους,

  • ενισχύεται η χρήση ηλεκτρονικών διαδικασιών,

  • αποσαφηνίζεται το πλαίσιο οικονομικής διαχείρισης των ερευνητικών έργων από τους αρμόδιους φορείς.

Οι αλλαγές αυτές στοχεύουν στη μείωση των διοικητικών βαρών και στη διευκόλυνση της καθημερινής λειτουργίας των ερευνητικών ομάδων και των φορέων υγείας.

Τι σημαίνει αυτό για τους ασθενείς

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση επαναβεβαιώνει πως οι συμμετέχοντες ασθενείς δεν επιβαρύνονται οικονομικά από τη συμμετοχή τους σε κλινικές δοκιμές ή μελέτες. Το κόστος των εξετάσεων, των πράξεων και των παροχών που σχετίζονται με τη μελέτη καλύπτεται από τον χορηγό, διασφαλίζοντας την προστασία των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των ασθενών και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη στη διαδικασία της έρευνας.

Γιατί η ρύθμιση αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα για την έρευνα στην Ελλάδα

Η Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 230/Β/22.01.2026 για τις κλινικές δοκιμές, αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα προς τη βελτίωση του ερευνητικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα. Με τη δημιουργία ενιαίων και σαφών διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων και την οικονομική διαχείριση κλινικών δοκιμών και μελετών, μειώνονται τα διοικητικά εμπόδια που επί χρόνια καθυστερούσαν την υλοποίηση ερευνητικών έργων. Παράλληλα, ενισχύεται η θεσμική ασφάλεια για όλους τους εμπλεκόμενους — ερευνητές, φορείς υγείας και χορηγούς — ενώ καλλιεργούνται συνθήκες διαφάνειας και λογοδοσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να καταστεί πιο ανταγωνιστική στον τομέα της έρευνας, να διευκολύνει τη συμμετοχή της σε διεθνή ερευνητικά σχήματα και να αξιοποιήσει πιο αποτελεσματικά την επιστημονική γνώση και το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας. Ιδιαίτερα στον χώρο της υγείας, η επιτάχυνση και ο εξορθολογισμός των διαδικασιών δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η έρευνα να συνδέεται πιο άμεσα με την κλινική πράξη και τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών, προς όφελος της κοινωνίας συνολικά.

Το Κάπα3 παρακολουθεί τις θεσμικές εξελίξεις που αφορούν την έρευνα στον χώρο της υγείας και τις κλινικές δοκιμές, αναδεικνύοντας τη σημασία τους για την προστασία των ασθενών και τη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας.

Κείμενο/Προσαρμογή: Ιφιγένεια Αναστασίου για το Κάπα3

 

AI και απομακρυσμένη παρακολούθηση διαμορφώνουν μια νέα εμπειρία για τους ασθενείς με καρκίνο

Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και η απομακρυσμένη παρακολούθηση ασθενών (Remote Patient Monitoring – RPM) αλλάζουν το τοπίο στην ογκολογία, δίνοντας στους ασθενείς μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση της θεραπείας τους.

Τα τελευταία χρόνια, έρευνες έχουν δείξει ότι η χρήση ψηφιακών εργαλείων για τη συλλογή ιατρικών δεδομένων εκτός του παραδοσιακού κλινικού περιβάλλοντος μειώνει τις καθυστερημένες αναφορές συμπτωμάτων, περιορίζει τις σοβαρές παρενέργειες, μειώνει τις νοσηλείες και τις επισκέψεις στα επείγοντα, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει την επιβίωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές εφαρμογές επιτρέπουν στους ασθενείς να ενημερώνουν εγκαίρως τους γιατρούς για τυχόν προβλήματα, μειώνοντας κινδύνους και βελτιώνοντας την καθημερινότητά τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, το 2022 η ESMO δημοσίευσε οδηγίες για την ενσωμάτωση των patient-reported outcome measures (PROMs) στην κλινική πρακτική, προτείνοντας την προτίμηση ηλεκτρονικών πλατφορμών αντί για έντυπα ερωτηματολόγια (Ann Oncol. 2022).

Ο Dr Charles Ferté, Chief Medical & Patient Officer της λύσης Resilience, που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το Institut Gustave Roussy στη Γαλλία, τονίζει ότι η AI μπορεί να αντιμετωπίσει περιορισμούς στη χρήση των αναφορών ασθενών στην ογκολογία. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 50% των παρενεργειών που βιώνουν οι ασθενείς δεν καταγράφεται, είτε λόγω ξεχασμένων συμπτωμάτων είτε λόγω φόρτου εργασίας του προσωπικού. Οι ήπιες αλλά επίμονες παρενέργειες συχνά παραβλέπονται, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Η λύση Resilience περιλαμβάνει μια διαδικτυακή πλατφόρμα για ιατρούς και νοσηλευτές, όπου παρακολουθούνται τα συμπτώματα και λαμβάνονται ειδοποιήσεις, καθώς και μια εφαρμογή για κινητά για τους ασθενείς, ώστε να στέλνουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο. Τα δεδομένα επεξεργάζονται μέσω αλγορίθμων AI και μετατρέπονται σε χρήσιμες πληροφορίες για την ομάδα ογκολογίας, διευκολύνοντας την έγκαιρη παρέμβαση και βελτιστοποίηση της φροντίδας. Με αυτόν τον τρόπο, οι γιατροί μπορούν να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο την κατάσταση του ασθενούς και να προλαμβάνουν επιπλοκές πριν γίνουν σοβαρές.

Επιπλέον, η λύση ενσωματώνει NLP (Natural Language Processing) για την εξαγωγή δεδομένων από ιατρικές σημειώσεις και εργαστηριακά αποτελέσματα, ενώ ένας προγνωστικός αλγόριθμος εκτιμά τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών και απρογραμμάτιστων νοσηλειών.

Η εμπλοκή των ασθενών είναι καθοριστική: η συμμόρφωση στις εβδομαδιαίες ερωτήσεις στην εφαρμογή φτάνει έως και 85%, ενώ πολλοί περιγράφουν την εφαρμογή ως «σωσίβιο» στην πορεία της θεραπείας τους. Αν και αρχικά θεωρούνταν ότι μόνο οι νεότεροι ασθενείς θα αγκαλιάσουν την ψηφιακή παρακολούθηση, οι έρευνες δείχνουν ότι η αποδοχή είναι ευρύτερη και ανεξαρτήτως ηλικίας (JMIR Mhealth Uhealth. 2018; J Geriatr Oncol. 2024).

Μάλιστα, η λύση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για screening μεγάλων ομάδων, ανιχνεύοντας ασθενείς που θα ωφεληθούν από υβριδικό μοντέλο φροντίδας – ψηφιακά εργαλεία σε συνδυασμό με διά ζώσης υποστήριξη, όπως συμπεριφορική και γνωστική θεραπεία. Η συνεχής συλλογή δεδομένων δίνει τη δυνατότητα επέκτασης της RPM σε κοινωνικούς και συμπεριφορικούς δείκτες, όπως απομόνωση, απασχόληση, πρόσβαση σε φροντίδα, εθισμούς, σωματική δραστηριότητα ή επισιτιστική ανασφάλεια.

Τέλος, τα ψηφιακά δεδομένα ανοίγουν νέους δρόμους στην έρευνα: η βάση δεδομένων του Resilience περιλαμβάνει πάνω από 20.000 ασθενείς σε 140 νοσοκομεία σε Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία και Ισπανία, επιτρέποντας τη χρήση πραγματικών δεδομένων για πιο στοχευμένη κλινική έρευνα. Στο μέλλον, η ψηφιακή φαινοτύπηση θα επιτρέπει την παρακολούθηση φυσικών και γνωστικών δεικτών μέσω αισθητήρων κινητών, όπως βηματομετρητές και γυροσκόπια, προσφέροντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εμπειρίας του ασθενούς.

Γίνεται κατανοητό πως η φροντίδα του καρκίνου μπορεί να βασίζεται πλέον όχι μόνο στη συμμετοχή του ασθενούς και των επαγγελματιών, αλλά και στην ανάλυση δεδομένων που αποκαλύπτουν αθέατες πτυχές της καθημερινής ζωής και των συμπτωμάτων των ασθενών.

Το Κάπα3 παραμένει στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων στην ογκολογία, ενημερώνει συνεχώς για τις νέες τεχνολογίες και πρακτικές, στηρίζει ενεργά τους ασθενείς και τους φροντιστές τους, και δημιουργεί εργαλεία και πόρους που διευκολύνουν την καθημερινότητά τους. Με γνώμονα την ενδυνάμωση των ασθενών, το Κάπα3 συνδέει την επιστημονική γνώση με πρακτικές λύσεις, ώστε κάθε άτομο να αισθάνεται συνοδευόμενο και ασφαλές στην πορεία της θεραπείας του.

Κείμενο/Προσαρμογή: Ιφιγένεια Αναστασίου για το Κάπα3

Πηγές: