Το κοινωνικό δικαίωμα στη σύνταξη: Συνταγματικά – Νομικά ζητήματα

Το Σύνταγμα, στο άρθρο 25 παρ 1 αναφέρεται σε δύο κομβικές αρχές, την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Στα πλαίσια των εν λόγω αρχών διαμορφώνεται η θεσμική εγγύηση κι ο κανονιστικός προσανατολισμός των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το κράτος, όσον αφορά τον κοινωνικοπολιτικό ρόλο του, θα πρέπει να λειτουργεί υπό όρους δικαίου, δηλαδή να εκφράζει την έννοια της δικαιοσύνης, οι επιλογές του να τελούν σε συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας και να δρα υπό τη συνθήκη του ελέγχου των ενεργειών του ( διάκριση εξουσιών- δικαστικός έλεγχος). Το κράτος μέσα από το συνταγματικό κείμενο αναλαμβάνει την ευθύνη της ανάπτυξης και της προάσπισης της κοινωνικής ασφάλισης.[1]

Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται και κατοχυρώνεται συνταγματικά το κοινωνικό δικαίωμα για την κοινωνική ασφάλιση. Κι εφόσον το κράτος λειτουργεί υπό το πρίσμα του κοινωνικού του ρόλου, θα πρέπει να λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα ειδικότερα δικαιώματα που απορρέουν από τη λειτουργική δράση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την άποψη πως η νομοθετική εξειδίκευση δεδομένων δικαιωμάτων αναδεικνύει σαφεστέρα τις κρατικές υποχρεώσεις και την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Αναφορικά με το δικαίωμα στη σύνταξη, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί πως αποτελεί μια ειδικότερη κατηγορία κοινωνικού δικαιώματος, που εμπίπτει στο ευρύτερο κοινωνικό δικαίωμα (κατηγορία γένους), που σχετίζεται με  την κοινωνική ασφάλιση.

Το δικαίωμα  στη σύνταξη συναντάται με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, της υποχρεωτικής υπαγωγής σε καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης, με την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει δεδομένες κατηγορίες πολιτών κι ουσιαστικά το εν λόγω δικαίωμα διασυνδέεται αιτιωδώς με τα περιουσιακά δικαιώματα,το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στη συμμετοχή σε οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Δηλαδή αποτελεί ένα κοινωνικό δικαίωμα που στοχεύει στη διαφύλαξη και την κατά το δυνατό προαγωγή του βιοτικού επίπεδου μιας σημαντικής κατηγορίας πολιτών.[2]

Το κράτος κατά την οργάνωση των υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή καταχώρηση της ασφάλισης κι η μελλοντική  αξίωση συνταξιοδοτικών παροχών πολλών κατηγοριών εργαζομένων.Διαπιστώνουμε ότι συγκεκριμένα δικαιώματα θίγονται και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν διασφαλίζεται ούτε ο πυρήνας τους, στην υποκειμενική κι αντικειμενική του διάσταση.

Προσεγγίζοντας κάποια ασφαλιστικά ζητήματα με πιο πρακτικό τρόπο, όπως δηλαδή ανακύπτει στις υπηρεσίες του ΙΚΑ, που πλέον αποτελεί τμήμα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης βλέπουμε μια προβληματική κατάσταση που επικρατεί σε πολλά υποκαταστήματα του ΙΚΑ. Κυρίαρχο πρόβλημα αναφέρεται  ο έλεγχος κι η αναζήτηση χρόνων ασφάλισης μέχρι την 31η/12/2001, δεδομένου ότι μέχρι την εν λόγω χρονική περίοδο δεν τηρούνταν πλήρης μηχανογραφική απεικόνιση της ασφάλισης πολλών κατηγοριών εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα.

Το θέματα  που ανακύπτουν συχνά είναι τα εξής:

1) Πολλοί ασφαλισμένοι/ες δεν ήταν επιμελείς κατά την αρχή της εργασιακής τους διαδρομής και δεν φρόντισαν να εκδώσουν ΔΑΤΕ ή να το δώσουν στον εργοδότη για να επικολλήσει τα ένσημα. Επίσης, μπορεί, λόγω απρόβλεπτων γεγονότων να το απώλεσαν.

2) Προκείμενου να θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα θα πρέπει να ανακεφαλαιωθεί ο χρόνος ασφάλισης.

3) Κατά την ανακεφαλαίωση διαπιστώνεται πως μέρος του χρόνου λείπει γιατί έχουν χαθεί ΔΑΤΕ ή δεν έγινε επικόλληση των ενσήμων ή η επικόλληση είναι εσφαλμένη.

4) Κατά συνέπεια η συνταξιοδότηση του/της εν λόγω ασφαλισμένου/ης τίθεται εν αμφιβόλω.

5) Επίσης, ξεκινά μια διαδικασία εσωτερικού έλεγχου μεταξύ των υπηρεσιών του ΙΚΑ που πολλές φορές είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της απονομής της σύνταξης στον/στην ασφαλισμένο/η.

6) Τέλος, υπάρχει ο κίνδυνος, αν δεν βρεθούν στοιχεία για τον ζητούμενο χρόνο ασφάλισης, να απορριφθεί το σχετικό συνταξιοδοτικό αίτημα.[4]

Το ισχύον νομικό πλαίσιο που διέπει τις εν λόγω διαδικασίες είναι το εξής: Ο κανονισμός ασφάλισης του ΙΚΑ (ΦΕΚ Β 816/1965)

Πέρα από την αναφορά σε αυτό το θέμα που είναι οι ΥΔΑΑΒ κι οι έλεγχοι ασφάλισης, θα συνεχίσουμε με τη συγκριτική παράθεση κάποιων γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου,  βάσει και της συνταγματικής κατοχύρωσης της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22 παρ 5 του Συντάγματος), οπως η παροχή συναφών κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί έργο συλλογικό, που αποβλέπει στη διαμόρφωση ενός βασικού επίπεδου κοινωνικής προστασίας, συνδυάζοντας πόρους και τεχνικές, που παρέχεται στις διάφορες κατηγορίες πολιτών , οι οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δεδομένους κινδύνους, σχετιζόμενους με τη μισθωτή εργασία ή την εν γένει επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Ο βασικότερος κίνδυνος τον οποίο αποσκοπεί να καλύψει ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης, είναι ο κίνδυνος του γήρατος και της συναφούς απώλειας της δυνατότητας ενεργούς συμμετοχής στο εργασιακό – επαγγελματικό – οικονομικό πεδίο, των πολιτών που συμπληρώνουν ένα συγκεκριμένο όριο ηλικίας. Το ζητούμενο δηλαδή είναι, πως ένας/μία ασφαλισμένος/η ενδέχεται να έχει τηρήσει τις διατυπώσεις τις υποχρεωτικής του/της ασφαλιστικής υπαγωγής =, αλλά ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης να αδυνατεί να του/της χορηγήσει σε εύλογο χρόνο την οφειλόμενη παροχή, είτε λόγω δέσμιας αρμοδιότητας, είτε λόγω εσφαλμένης αντίληψης του εύρους της διακριτικής ευχέρειας, είτε λόγω σχετικών διοικητικών ενεργειών, που σχετίζονται με την πρακτική εφαρμογή της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Λαμβάνοντας υπόψη πως το ασφαλιστικό μας σύστημα λειτουργεί βάσει των αρχών της υποχρεωτικότητας και της ανταποδοτικότητας, θα πρέπει να διερευνήσουμε το εύρος της ευθύνης των ασφαλιστικών οργάνων,  στην περίπτωση που αδυνατούν ή που καθυστερούν ( για ποικίλους λόγους) να βεβαιώσουν χρόνους ασφάλισης, βάσει του αρχείου της υπηρεσίας, χρόνοι οι οποίοι δύναται να προκύπτουν από διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο/η ασφαλισμένος/η. Κατά συνέπεια, βάσει της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, δεν είναι νομικά ορθό να απορρίπτεται το αίτημα του, ή να καθυστερεί η διεκπεραίωσή του, στην περίπτωση που η υπηρεσία δεν έχει φροντίσει να τηρήσει με ορθό φυσικό και μηχανογραφικό τρόπο το εν λόγω αρχείο ή να διεξάγει σχετικούς ελέγχους εντός ευλόγων προθεσμιών.

Η σχετική πρακτική, στον συγκεκριμένο τομέα δράσης των ασφαλιστικών οργάνων, υπό συγκεκριμένους όρους θα μπορούσε να αναθεωρηθεί, υπό το πρίσμα της κρατικής εγγύησης για μια ελάχιστη συνταξιοδοτική παροχή (βλέπε ν. 4670/2020 αρ 16 παρ 1 ,4 , ν. 4387/2016, αρ.1, 1Α, χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων ευρωπαϊκής ένωσης αρ. 34, ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτης αρ. 23 ). Κατά συνέπεια βάσει του σχετικού συνταγματικού πλαισίου (22 παρ 5, 25, 103 παρ. 1) και των σχετικών ευρωπαϊκών συνθηκών προκύπτει η υποχρέωση του κράτους να  εγγυάται  ένα ελάχιστο περιεχόμενο κοινωνικής προστασίας, το οποίο θα πρέπει να εξασφαλίζεται υπό νομικούς όρους, και παράλληλα θα πρέπει να υφίσταται το ανάλογο πλαίσιο διοικητικής λειτουργίας που δεν θα αναιρεί την ουσιαστική του χορήγηση.[7]

Οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τα εξεταζόμενα ζητήματα είναι οι ακόλουθες: της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με την αρχή της νομιμότητας εν ευρεία έννοια. Σύμφωνα με το προαναφερθέν πλαίσιο, διαγράφονται τα όρια της καλής λειτουργίας της διοίκησης, και διαμορφώνεται η υποχρέωση της ορθής ενημέρωσης των διοικουμένων αναφορικά με τα δικαιώματά τους και τον τρόπο άσκησης τους, υπό όρους αμερόληπτης κι ορθολογικής κρίσης, από την πλευρά των διοικητικών οργάνων. Οι εν λόγω αρχές στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης λειτουργούν συνδυαστικά με την αρχή της ευρείας ερμηνείας των ασφαλιστικών διατάξεων υπέρ του ασφαλισμένου και την υποχρέωση της διοίκησης να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές καταστάσεις.[8]

Βάσει του ανωτέρω σκεπτικού κι όσων αναφέρθηκαν στο τμήμα 1 του παρόντος κειμένου, θα μπορούσε να γίνει μια σχετική ρύθμιση για τους ασφαλισμένους που για παράδειγμα θέλουν 35 χρόνια για να κατοχυρώσουν και να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με κάποιο από τα μεταβατικά καθεστώτα που ίσχυσαν μετά το 2011 και διαθέτουν πχ για τα 34,8 τα ΔΑΤΕ, τα ασφαλιστικά βιβλιάρια κλπ και για τα 0,2 που λείπουν δεν διαθέτουν τα έγγραφα που η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία προβλέπει, αλλά κατέχουν έγγραφα που θα μπορούσαν βάσει των γενικών αρχών της δικονομίας να γίνουν δεκτά ή να εκτιμηθούν. Θα πρέπει να γίνει μια σχετική κατηγοριοποίηση των εν λόγω  περιπτώσεων και να εισαχθούν στοχευμένες ρυθμίσεις, συνδυαστικά με το ισχύον νομικό πλαίσιο για την αναγνώριση κενών χρόνων ασφάλισης. Επίσης, θα πρέπει να σταθμιστεί το ενδεχόμενο δημοσιονομικό κόστος σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1-2 του Συντάγματος.[9] Στις περιπτώσεις αυτές υπεισέρχεται κι η διαχρονική ευθύνη του νομοθέτη , που οφείλει να ρυθμίζει το λειτουργικό μοντέλο  και τη δράση της κοινωνικής ασφάλισης βάσει των σχετικών συνταγματικών προβλέψεων.

Προκειμένου να  γίνει δεκτή μια τέτοια πρακτική, θα πρέπει να εξεταστούν κι άλλες παράμετροι, όπως το καθεστώς θεμελίωσης, το αν θα μεταβληθεί το καθεστώς παλαιού – νέου ασφαλισμένου, η υπαγωγή στα βαρέα, η θεμελίωση με καθεστώς βαρέων κι η αρμοδιότητα του απονέμοντος φορέα στην περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης.[10] Εν προκειμένω, με τον περιορισμό των ελέγχων ασφάλισης και την εισαγωγή τεκμαρτών πρακτικών συμπλήρωσης του απαιτουμένου χρόνου για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, μέρος των εργαζόμενων στις υπηρεσίες εσόδων θα μπορούσαν να απασχοληθούν είτε με διαδικασίες σχετικές με την απονομή των συντάξεων, είτε με τον έλεγχο ενεργών επιχειρήσεων. Δηλαδή, θα πρέπει να εξεταστεί αν είναι συμφερότερο για την υπηρεσία να διεξάγονται έλεγχοι ασφάλισης για περιόδους που το δικαίωμα επιβολής κυρώσεων έχει παραγραφεί ή αν θα μπορούσε η υπηρεσία να επικεντρωθεί σε ελέγχους που αφορούν χρονικές περιόδους που δεν εμπίπτουν στην παραγραφή και να γίνει μια σχετική σύγκριση κόστους- οφέλους ανάμεσα στις εναλλακτικές επιλογές της υπηρεσίας.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση μας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η εισαγωγή ρυθμίσεων, βάσει των σκέψεων που παρατέθηκαν θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με μια ασφαλιστική μεθοδολογία που θα αποκλείει ή θα περιορίζει κατά το δυνατό ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις. Επίσης, βάσει των δεδομένων της υπηρεσίας θεωρείται εφικτή η εκτίμηση του αριθμού των ασφαλισμένων που εμπίπτουν στις περιπτώσεις που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι, η στάθμιση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στο δικαίωμα στη σύνταξη και το πώς αυτή η στάθμιση σε κάποιες ιδιάζουσες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι εφικτή κι αποτελεσματική (αντιδιαστολή κοινωνικής προστασίας- παραμέτρων της οικονομίας- ασφαλιστικής αλληλεγγύης), εκφράζοντας μια μεταρρυθμιστική πρακτική που θα συνάδει με τις θεμελιώδες αξίες του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης και το συναφές συνταγματικό πλαίσιο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων , συνδυαζόμενου με το πεδίο εφαρμογής της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.

Πρεδάρης Αριστείδης
πτυχιούχος Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Master 2 de droit  public spécialisé – Νομική Σχολή ΕΚΠΑ – Université de Bordeaux , υπάλληλος ΕΦΚΑ

Το κοινωνικό δικαίωμα στη σύνταξη: Συνταγματικά – νομικά ζητήματα / Πρακτικές του ΙΚΑ και του ΕΦΚΑ

Οι μάσκες προστατεύουν από τον κορονοϊό αλλά εντείνουν την κοινωνική απόσταση

Η πανδημία της νόσου του κορονοϊού 2019 (COVID-19) θα έχει υψηλό αντίκτυπο στους ηλικιωμένους και στα άτομα με νόσο Αλτσχάιμερ και άλλες άνοιες. Η κοινωνική γνώση επιτρέπει την κατανόηση των συναισθημάτων, των προθέσεων, των επιθυμιών και των ψυχικών καταστάσεων ενός άλλου ατόμου, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19. 

Για την αποφυγή περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου έχουν προταθεί μάσκες προσώπου. Αν και δικαιολογούνται για την πρόληψη αυτής της δυνητικά καταστροφικής ασθένειας, καλύπτουν εν μέρει το πρόσωπο και εμποδίζουν την αναγνώριση συναισθημάτων και πιθανώς την ανάγνωση του μυαλού. Καθώς η κοινωνική γνώση επηρεάζεται ήδη από τη γήρανση και την άνοια, πρέπει να αναπτυχθούν στρατηγικές για την αντιμετώπιση αυτών των βαθιών αλλαγών επικοινωνίας. Η μάσκα προσώπου θα μπορούσε ακόμη και να επιταχύνει τη γνωστική παρακμή μακροπρόθεσμα.

Περαιτέρω μελέτες είναι υψίστης σημασίας για την αντιμετώπιση των μάσκων προσώπου » αντίκτυπο στην κοινωνική γνώση στη γήρανση και την άνοια, για παράδειγμα με τη μακροχρόνια διερεύνηση της πτώσης πριν και κατά την πανδημία, και το σχεδιασμό αντισταθμιστικών στρατηγικών. Αυτά τα ζητήματα είναι επίσης σχετικά με τη μάσκα προσώπου γενικά, όπως σε ιατρικό περιβάλλον-πέρα από την πανδημία του COVID-19.Οι μάσκες προστατεύουν από τον κορονοϊό, αλλά η χρήση τους μπορεί να έχει μια αρνητική συνέπεια. Σε μια πρόσφατη μελέτη, επιστήμονες από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ προτείνουν ότι η κάλυψη της μύτης και του στόματος βλάπτει την κοινωνική νόηση, την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα και την ψυχική κατάσταση των άλλων ανθρώπων.

Οι ερευνητές βασίζουν τη θεωρία τους σε αρκετές παρατηρήσεις. Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Μπάμπεργκ, στην αρχή της πανδημίας, βρήκε ότι η αναγνώριση συναισθημάτων μέσω εκφράσεων του προσώπου εμποδίζεται σημαντικά όταν σχεδόν το 70% του κάτω μέρους του προσώπου είναι καλυμμένο.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μάσκες κυρίως εμποδίζουν την αναγνώριση συναισθημάτων όπως αηδία, χαρά, λύπη και θυμός, τα οποία εκφράζονται κατά πολύ μέσω της περιοχής του στόματος. Ο φόβος και η ουδέτερη έκφραση αναγνωρίζονταν κανονικά από τους συμμετέχοντες της μελέτης. Αυτές οι εκφράσεις διακρίνονται κυρίως στην περιοχή των ματιών.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δυσκολεύονται περισσότερο να προσαρμοστούν 

Μια άλλη μελέτη των Chaby et al. (2017) διερεύνησε στρατηγικές ματιού που συνοδεύουν τη συναισθηματική επεξεργασία του προσώπου με τη γήρανση. Κατά την εξέταση των βασικών εκφράσεων του προσώπου καταγράφηκαν κινήσεις του βλέμματος. Οι μεγαλύτεροι ενήλικες απέδωσαν χειρότερα από τους νεότερους στην αναγνώριση των εκφράσεων του προσώπου, εκτός από χαρά και αηδία. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ηλικιωμένοι ενήλικες χρησιμοποιούσαν μια στρατηγική εστιασμένου βλέμματος καθώς εστίαζαν την προσοχή τους μόνο στο κάτω μέρος του προσώπου.

Αντίθετα, οι νεότεροι ενήλικες χρησιμοποίησαν μια στρατηγική εξερευνητικής ματιάς, επισκεπτόμενοι επανειλημμένα τις άνω και κάτω περιοχές του προσώπου. Αυτό το εύρημα είναι σύμφωνο με το αποτέλεσμα μιας μετα-ανάλυσης που δείχνει ότι οι μεγαλύτεροι ενήλικες εμφανίζουν μεροληψία να κοιτούν περισσότερο το στόμα και λιγότερο τα μάτια στην επεξεργασία των συναισθημάτων του προσώπου σε σύγκριση με τους νεότερους ενήλικεςGrainger and Henry, 2020).

Συνεπώς, στην περίπτωση της μάσκας, οι ερευνητές κατέληξαν ότι η δυσκολία είναι κυρίως για τους ηλικιωμένους. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από άνοια επίσης αντιμετωπίζουν δυσκολία να διαβάσουν τα συναισθήματα στην περιοχή των ματιών.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι συνέπεια της χρήσης μάσκας μπορεί να είναι η χειρότερη κοινωνική επικοινωνία, όχι μόνο μεταξύ των ηλικιωμένων, αλλά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Επιπλέον, οι διαδικασίες γνωστικής εξασθένισης μπορεί να επιταχυνθούν, ειδικά σε εκείνους που έχουν ήδη επηρεαστεί από αυτές.

Οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη να εξετάσουμε πιο προσεκτικά αυτές τις συνέπειες σε σχέση με διαφορετικές ηλικιακές ομάδες και παθήσεις όπως η άνοια. Αν η υπόθεσή τους αποδειχτεί αληθής, θα πρέπει να εστιάσουμε στον αντίκτυπο της χρήση μάσκας και να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να χρησιμοποιούμε διαφανείς πλαστικές μάσκες.

Επιπλέον, θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο που συζητάμε. Αντί για διακριτικές εκφράσεις προσώπου, μπορούμε να βασιζόμαστε περισσότερο σε ξεκάθαρη γλώσσα και χειρονομίες.

Τέλος, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο η τηλεϊατρική, κατά την οποία η επικοινωνία μεταξύ θεράποντα και ασθενούς γίνεται μέσω οθόνης. Κανείς δεν χρειάζεται να φοράει μάσκα και η ποιότητα της διάγνωσης δεν επηρεάζεται, για παράδειγμα, όταν πρόκειται για παθήσεις του εγκεφάλου, για τις οποίες η κοινωνική νόηση είναι βασικό κριτήριο.

Στην προστασία μας από τη μόλυνση, οι μάσκες είναι ένα αναγκαίο μέτρο, σύμφωνα με τον Ματίας Στρέτερ, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Γνωστικής Νευροψυχιατρικής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για τις Ανθρώπινες Γνωστικές και Εγκεφαλικές Επιστήμες και κύριο συγγραφέα της μελέτης.

Ακόμα κι αν αυτοί οι κίνδυνοι επιβεβαιωθούν, τα οφέλη της χρήσης μάσκας υπερισχύουν. Ειδικά για τους ηλικιωμένους και τους ανθρώπους με άνοια, που κινδυνεύουν ιδιαίτερα από σοβαρή εξέλιξη της νόσου. Αυτό το ζύγισμα κινδύνων και οφελών πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως και με κάθε άλλο ιατρικό μέτρο. Ωστόσο, αν κάποιος γνωρίζει τις παρενέργειες, μπορεί να μάθει να τις αντιμετωπίζει κατάλληλα, καταλήγει ο ερευνητής.

Έρευνα: Matthias L. Schroeter et al, Face Masks Protect From Infection but May Impair Social Cognition in Older Adults and People With Dementia, Frontiers in Psychology (2021).
Απόδοση – Επιμέλεια: Ισμήνη Τσοχαλή, επιμελήτρια κειμένων
Πηγή

https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/koinonia/koronoios/11062-i-maska-prostateyei-alla-apokryptei-ta-synaisthimata.html

Εμβολιασμός κατά του SARS-CoV-2 σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς

Σε μία περίοδο που η νέα μετάλλαξη Δ, του Κορωνοϊού SARS-CoV-2 “προελαύνει” και επικρατεί ακόμη σκεπτικισμός ως προς την ασφάλεια των εμβολίων, το πρόβλημα της προστασίας των ασθενών σε ανοσοκαταστολή είναι υπαρκτό.

Χρειάζεται περισσότερη μελέτη σχετικά με την ανοσιακή απόκριση των ασθενών αυτών και να βρεθούν οι καλύτερες δυνατές λύσεις, εξασφαλίζοντας την συνέχιση των απαραίτητων θεραπευτικών σχημάτων που ακολουθούν.

Οι ιατροί της Γ’ Πανεπιστημιακής Παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου «Η ΣΩΤΗΡΙΑ», ενός από τα νοσοκομεία που δέχεται το μεγαλύτερο όγκο ασθενών της πανδημίας και ξεκίνησε τους εμβολιασμούς στην Ελλάδα, με επιβλέποντα τον Καθηγητή κο Συρίγο Κωνσταντίνο, καταγράφουν τα ευρήματα και τους προβληματισμούς της επιστημονικής κοινότητας όπως αυτά αποτυπώνονται σε ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό The Lancet (https://doi.org/10.1016/S2213-2600(21)00326-X).

Η πανδημία COVID-19, μεταξύ άλλων, αποτελεί απειλή για άτομα με διάμεσες πνευμονικές παθήσεις (ΔΠΠ) οι οποίες περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων που μπορεί να ανταποκρίνονται ή να μην ανταποκρίνονται στην ανοσοκαταστολή και υπάρχει μια μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με τους κινδύνους της λοίμωξης SARS-CoV-2 για αυτούς τους ασθενείς και ανησυχίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολίου.

Στη μεγαλύτερη ανάλυση μέχρι σήμερα, η παρουσία διαφόρων διάμεσων πνευμονικών παθήσεων (ΔΠΠ) κατέδειξε περίπου 50% αύξηση του κινδύνου θανάτου από COVID-19. Άτομα με πιο προχωρημένη νόσο διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής ασθένειας και θνησιμότητας από την COVID-19. Ωστόσο, υπάρχουν λίγα δεδομένα σχετικά με την λοίμωξη COVID-19 ειδικά σε άτομα με διάμεσες πνευμονικές παθήσεις που χρησιμοποιούν ανοσοκαταστολή.

Οι πληροφορίες από ομάδες ασθενών με ρευματολογικές παθήσεις είναι επίσης αντικρουόμενες, αν και τα στοιχεία γενικά υποδηλώνουν αυξημένη πιθανότητα σοβαρής νόσου. Συγκεκριμένα, η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID 19.

Αν και δεν υπάρχουν ακόμη οριστικά στοιχεία για τον κίνδυνο που ενέχει ο συνδυασμός διάμεσων πνευμονικών παθήσεων, ανοσοκαταστολής και αυτοάνοσων νοσημάτων, είναι σημαντικό να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα μόλυνσης από SARS-CoV-2 (και ως εκ τούτου σοβαρής νόσου COVID-19) σε αυτούς τους πληθυσμούς και άρα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στον εμβολιασμό. Μια σημαντική ανησυχία είναι η επίδραση της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας στην ανάπτυξη αποτελεσματικών ανοσολογικών αποκρίσεων μετά τον εμβολιασμό. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα βασικά δεδομένα για την ενημέρωση ασθενών με ΔΠΠ που χρησιμοποιούν ανοσοκαταστολή. Τα στοιχεία αντλούνται μόνο από τη ρευματολογική και μεταμοσχευτική βιβλιογραφία, με τις περισσότερες τρέχουσες πληροφορίες να περιορίζονται σε μελέτες για εμβόλια mRNΑ.

Παρατηρήθηκε σημαντικά χαμηλότερη ανοσογονικότητα των εμβολίων SARS-CoV-2 mRNA σε ασθενείς που έλαβαν κορτικοστεροειδή (ανεξάρτητα από τη δόση), μυκοφαινολάτη, θεραπείες Β-κυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ριτουξιμάμπης) ή συνδυασμού ανοσοκαταστολής σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν έπαιρναν κάποια θεραπεία ή που είχαν ανοσοεπάρκεια. Σε σύγκριση με το ανιχνεύσιμο αντίσωμα (οροθετικότητα) 98% σε άτομα μάρτυρες με ανοσοεπάρκεια, μόνο το 65% των ατόμων που χρησιμοποίησαν οποιαδήποτε δόση πρεδνιζολόνης ήταν οροθετικά μετά από δύο δόσεις εμβολίων mRNA (BNT162b2 ή mRNA-1273).

Κατά 36 φορές μειωμένοι μετρήθηκαν οι τίτλοι ανοσοσφαιρίνης G (IgG) και οι τίτλοι εξουδετέρωσης SARS-CoV-2 σε άτομα που έλαβαν θεραπεία Β-κυττάρων.

Η ανοσογονικότητα του εμβολίου μειώνεται επίσης σε άτομα που χρησιμοποιούν μεθοτρεξάτη. Αντιθέτως, οι θεραπείες με παράγοντες νέκρωσης όγκων φαίνεται να μην έχουν ουσιαστική επίδραση στη δημιουργία μιας χυμικής απόκρισης στον εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2. Μειωμένες ή ανύπαρκτες ορολογικές αποκρίσεις σε εμβόλια mRNA αναφέρονται σε παραλήπτες μεταμοσχεύσεων στερεών οργάνων, οι οποίοι συχνά χρησιμοποιούν πολλαπλούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, ιδιαίτερα σε αυτούς που λαμβάνουν αντιμεταβολίτες (μυκοφαινολάτη ή αζαθειοπρίνη).

Η χυμική ανοσοαπόκριση είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση της λοίμωξης, ωστόσο το πώς επηρεάζει η εξασθενημένη ορομετατροπή τα αποτελέσματα της νόσου COVID-19 εάν ένα άτομο μολυνθεί μετά τον εμβολιασμό δεν είναι ακόμη γνωστό. Όμως και η ανοσία που επιτυγχάνεται από κύτταρα για την αντιμετώπιση του ιού είναι σημαντική και δημιουργείται ως απόκριση στον εμβολιασμό ενάντια στον SARS-CoV-2. Αυτή η απόκριση μπορεί να είναι σημαντική για την προστασία των ανοσοκατασταλμένων ασθενών με ΔΠΠ στους οποίους δεν προκαλείται απόκριση αντισωμάτων, αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί αυτό.

Αν και έχουν ανακοινωθεί οδηγίες για την χρονική στιγμή που ενδείκνυται ο εμβολιασμός ασθενών με τέτοιου είδους νοσήματα και ανάλογα με την σοβαρότητα αυτών αλλά και την θεραπευτική αγωγή που ακολουθούν, πρέπει να ενθαρρύνεται να γίνει το συντομότερο δυνατόν.

Απαιτείται επειγόντως περαιτέρω μελλοντική έρευνα σε άτομα με ανοσοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με υποκείμενα ΔΠΠ. Πολλές μελέτες έχουν ξεκινήσει επί του παρόντος για να αντιμετωπίσουν αυτό το κενό γνώσεων, αν και καμία δεν αφορά συγκεκριμένα σε ασθενείς με ΔΠΠ.

Δεν υπάρχει λόγος να εκφραστούν υποψίες ότι οι ασθενείς που είναι ανοσοκατασταλμένοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών που σχετίζονται με το εμβόλιο. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν όμως ότι κανένα από τα διαθέσιμα εμβόλια δεν περιλαμβάνει ιό ικανό για αναπαραγωγή. Επίσης δεν πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις σύνδεσης της ανοσοκαταστολής και της θρόμβωσης με σύνδρομο θρομβοκυτταροπενίας με ορισμένα εμβόλια. Τέλος, η πιθανότητα οξείας επιδείνωσης των ΔΠΠ μετά τον εμβολιασμό SARS-CoV-2 είναι πιθανή ανησυχία. Αν και δεν έχουν δημοσιευτεί αναφορές για αυτήν την επιπλοκή, η επαγρύπνηση εξακολουθεί να είναι λογική.

Είναι σημαντικό να μην θεωρηθούν επαρκή τα άλλα προληπτικά μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν προσωπικές προστατευτικές προσεγγίσεις όπως π.χ. τις μάσκες, τήρηση της φυσικής απόστασης και ενθάρρυνση του μαζικού εμβολιασμού στο γενικό πληθυσμό. Οι οικιακές επαφές ατόμων με κατάλληλη ανοσία πρέπει επίσης να ενθαρρύνονται να λάβουν εμβόλιο κατά του SARS-CoV-2.

Στο μέλλον, οι ασθενείς με ΔΠΠ που είναι ανοσοκατασταλμένοι θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την έρευνα σε προσεγγίσεις εμβολιασμού, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής επιπλέον δόσεων ή ανάμιξης εμβολίων. Έχει φανεί μία αύξηση της IgG ένταντι της ακίδας πρωτεΐνης του ιού κατά 44%, σε μεταμοσχευμένους συμπαγών οργάνων, μετά από την ενίσχυσή τους με τρίτη δόση του εμβολίου BNT162b2 mRNA. Μια παρόμοια προσέγγιση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς με ΔΠΠ που δεν εμφανίζουν οροθετικότητα. Επίσης, μελετάται η χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων κατά της ακίδας πρωτεΐνης του SARS-CoV-2 ως μία λύση παροχής προληπτικής παθητικής ανοσοποίησης.

Υπάρχουν λίγες τρέχουσες ενδείξεις από συστηματικές μετρήσεις αντισωμάτων SARS-CoV-2 πριν ή μετά τον εμβολιασμό.

Οι ασθενείς με ΔΠΠ πρέπει να συνεχίσουν να εμβολιάζονται σύμφωνα με τις οδηγίες και να στοχεύουν στην συμμετοχή τους σε κλινικές δοκιμές εμβολίων, αναγνωρίζοντας ότι η προσέγγιση για τον εμβολιασμό μπορεί να αλλάξει τους επόμενους μήνες και χρόνια. Εάν ωστόσο υπάρχει λοίμωξη σε ασθενείς που είναι ανοσοκατασταλμένοι και δεν μπορούν να προκαλέσουν χυμικές ανοσολογικές αντιδράσεις, η θεραπεία που βασίζεται σε αντισώματα (με ή χωρίς remdesivir) φαίνεται να είναι υποσχόμενη και μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική σε εκείνους που είναι ανοσοκατασταλμένοι από ό, τι στον γενικό πληθυσμό.

Συμπερασματικά, τόσο στον γενικό πληθυσμό, όσο και σε ειδικούς πληθυσμούς ανοσοκατεσταλμένων ασθενών, ο εμβολιασμός με τα διαθέσιμα εμβόλια κατά του SARS-CoV-2, είναι μία απαραίτητη συνθήκη και οφείλουμε να την προωθήσουμε με τρόπους που θα γίνει κατανοητή και στους θεράποντες ιατρούς και στο ευρύτερο κοινό.

http://sotiria-meduoa.gr/el/emvoliasmos-kata-toy-sars-cov-2-se-anosokatastalmenoys-astheneis-me-diamesi-pneymonopatheia?fbclid=IwAR3xWr4sJPtq_QnYR2Z1H1Br9ifAHyTI-dkVl3PIM3OHPA2wpQ5NID9sTOI

Η σημαντικότητα στην καθολική πρόσβαση στις πληροφορίες

Πόσο θα πρέπει να ανησυχούμε για το νέο στέλεχος Μ;

 

Για τα χαρακτηριστικά του νέου στελέχους Μ. ερωτήθηκαν δύο ειδικοί ιολόγοι. Οι ειδικοί ήταν ο Jesse Erasmus, PhD, επίκουρος καθηγητής στο University of Washington School of Medicine στο Seattle και ο Pedro Piedra, MD, καθηγητής Μοριακής Ιολογίας και Μικροβιολογίας στο Baylor College of Medicine, στο Houston των ΗΠΑ

Ερώτηση: Τα στελέχη M εντοπίστηκαν για πρώτη φορά στην Κολομβία τον Ιανουάριο 2021, και δεδομένου ότι υπάρχουν περίπου 8 με 9 μήνες, γιατί τράβηξαν την προσοχή μόλις πρόσφατα;

Piedra: Όπως συμβαίνει με κάθε νέο στέλεχος μόλις ταυτοποιηθεί ή αρχίσει να εξαπλώνεται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί την προσοχή. Το στέλεχος Μ, έχει αρχίσει αν ανιχνεύεται όχι σε ιδιαίτερα υψηλά νούμερα ή σε υψηλά ποσοστά, αλλά σε διαφορετικές περιοχές σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ και αυτό το καθιστά αρκετά ενδιαφέρον.

Ερώτηση: Σύμφωνα με το CDC που παρακολουθεί τα ποσοστά των στελεχών στις ΗΠΑ, το Δέλτα εξακολουθεί να κυριαρχεί, ενώ το στέλεχος M αντιπροσωπεύει μόλις το 0,1% των περιστατικών. Οποιαδήποτε στέλεχος μπορεί να χαρακτηριστεί ως στέλεχος ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, αλλά γιατί θεωρείτε ότι το Μ βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος;

Erasmus: Αυτό που πιθανότατα προκαλεί αυξημένο ενδιαφέρον είναι το στέλεχος Μ περιλαμβάνει μεταλλάξεις που εντοπίζονται στο Δέλτα, αλλά επίσης και μεταλλάξεις από το Άλφα ή B.1.1.7, το οποίο ήταν επίσης πολύ μεταδοτικό. Υπάρχει η εντύπωση ότι αν συνδυαστούν μεταλλάξεις από διαφορετικά στελέχη, θα προκύψει ένας «υπερ -μεταλλαγμένος ιός» που πρόκειται να προκαλέσει σημαντικό πρόβλημα. Αυτό στην πραγματικότητα δεν ισχύει απαραίτητα. Θα έλεγα προς το παρόν ότι το Μ αποτελεί ένα στέλεχος ενδιαφέροντος.

Ερώτηση: Από την άλλη σκοπιά, το στέλεχος M έχει εντοπιστεί σε περισσότερες από 40 χώρες και 49 πολιτείες – όλες εκτός από τη Νεμπράσκα. Αποτελεί αυτό κάποιο δεδομένο για τη μολυσματικότητα;

Erasmus: Αυτό θα φανεί στο μέλλον. Τα διαφορετικά στελέχη μπορεί να προκύψουν μέσω δύο διαφορετικών οδών. Στην πρώτη περίπτωση, όλες οι μεταδόσεις προέρχονται από μια κοινή πηγή ενός νέου στελέχους που μεταδίδεται ανά την υφήλιο – και με αυτόν τον τρόπο αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός ανάδυσης. Κατά τη γνώμη μου αυτό το σενάριο δεν είναι πολύ πιθανό. Το άλλο σενάριο είναι η «συγκλίνουσα εξέλιξη», όταν δηλαδή ένα στέλεχος εμφανίζεται σε πολλαπλές, ξεχωριστές περιστάσεις.

Αυτό συμβαίνει γιατί συγκεκριμένες μεταλλάξεις προσδίδουν κάποιο πλεονέκτημα στον ιό. Μπορεί να υπάρχουν πολλαπλά μονοπάτια μέσω των οποίων ένας ιός μπορεί να φτάσει σε αυτόν τον συνδυασμό μεταλλάξεων, κάτι που ενδεχομένως είναι πιο πιθανό. Επίσης, εάν έχει αυξημένο ρυθμό μεταδοτικότητας θα αναμέναμε να παρατηρήσουμε υψηλότερο ποσοστό κρουσμάτων σε σχέση με το στέλεχος Δέλτα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις των καθηγητών του ΕΚΠΑ που είχαν την επιμέλεια της βιβλιογραφικής ανασκόπησης, αναφορικά με το ερώτημα το πως έχει προκύψει η διασπορά του στελέχους Μ σε διαφορετικές πολιτείες των ΗΠΑ, το πιο πιθανό σενάριο είναι να αφορά διαδοχικές μεταδόσεις από μια κοινή πηγή και όχι να είναι αποτέλεσμα συγκλίνουσας εξέλιξης. Δεδομένα από προηγούμενες μελέτες αναφορικά με τον τρόπο διασποράς του SARSCoV-2 συγκλίνουν υπέρ αυτής της υπόθεσης.

https://www.uoa.gr/fileadmin/user_upload/PDF-files/anakoinwseis/themata_ygeias/130921_stelexosM.pdf

Εποχική γρίπη και εμβολιασμός

Η μέγιστη αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι της γρίπης παρατηρείται σύντομα μετά τον εμβολιασμό και ακολουθείται κατά μέσο όρο από μια μείωση της τάξης του 8% έως 9% κάθε μήνα, με ενδεχομένως ταχύτερη μείωση σε ηλικιωμένα άτομα.

Σε παλιότερες αλλά και πιο πρόσφατες μελέτες φαίνεται ότι τα αντισώματα έναντι του ιού της γρίπης μειώνονται κατά το ένα τρίτο εντός τεσσάρων έως πέντε μηνών μετά τον εμβολιασμό. Οι Αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν ετήσιο εμβολιασμό έναντι της γρίπης για παιδιά και ενήλικες, ο οποίος θα πρέπει ιδανικά να πραγματοποιείται στα τέλη του Οκτώβρη. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό Clinical Infectious Diseases μια καθυστέρηση κατά έναν ή δύο μήνες στον ετήσιο εμβολιασμό μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του αντιγριπικού εμβολίου κατά 10% έως 20%. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ελένη Κορμομπόκη, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα δεδομένα αυτής της μελέτης.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη προήλθαν από μια βάση δεδομένων στις ΗΠΑ, όπου καταγράφονται ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύτηκαν λόγω οξείας λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος σε περιόδους έξαρσης της γρίπης κατά τα έτη 2015-16 έως και 2018-19. Στη μελέτη εντάχθηκαν οι ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν βήχα ή απόχρεμψη 10 ημέρες πριν την εισαγωγής τους. Οι ασθενείς που βρέθηκαν θετικοί στο τεστ ανίχνευσης γρίπης συγκρίθηκαν με όσους είχαν αρνητικό τεστ (ομάδα μαρτύρων). Ως εμβολιασμένοι ορίστηκαν οι ασθενείς οι οποίοι είχαν εμβολιαστεί τουλάχιστον 14 ημέρες πριν εμφανίσουν συμπτώματα γρίπης. Οι ερευνητές ανέλυσαν την αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε σχέση με την ανάγκη νοσηλείας λόγω γρίπης. Συμπεριλήφθηκαν 3,016 ενήλικες (μέση ηλικία 60 έτη) με γρίπη τύπου Α (Η3Ν2), 1,492 ασθενείς με γρίπη τύπου Α (Η1Ν1) και 1,060 ασθενείς με γρίπη τύπου Β/Yamagata.

Συνολικά, 34% του υπό μελέτη πληθυσμού είχε εμβολιαστεί μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, 77% μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, 92% μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου και 97% μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου. Τα αποτελέσματα προσαρμόστηκαν λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, η εθνικότητα, η εποχή του χρόνου, το ιστορικό προηγούμενων νοσηλειών και ενδείξεις υποκείμενων νοσημάτων. Η αποτελεσματικότητα του αντιγριπικού εμβολίου σε σχέση με την ανάγκη νοσηλείας λόγω γρίπης μειώθηκε κατά μέσο όρο 7.5%–8.5% για κάθε 30 μέρες μετά τον εμβολιασμό, ανάλογα με τον τύπο της γρίπης. Τα ευρήματα αυτά ήταν πιο έκδηλα στους ηλικιωμένους ασθενείς, άνω των 65 ετών, με μια μείωση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου κατά μέσο όρο 10.8% για κάθε 30 μέρες μετά τον εμβολιασμό.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι ενδεχόμενη καθυστέρηση στον εμβολιασμό έναντι της γρίπης για ένα ή δύο μήνες μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού κατά 10% έως 20%. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναληπτικού εμβολιασμού 3 έως 4 μήνες μετά την πρώτη δόση ή η κυκλοφορία ενός πιο ενισχυμένου αντιγριπικού εμβολίου με μεγαλύτερη διάρκεια της αντισωματικής απάντησης. Δεδομένης της μεγάλης νοσηρότητας αλλά και του υψηλού αριθμού θανάτων από γρίπη ετησίως τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να έχουν μεγάλο όφελος για τη δημόσια υγεία. Τέλος, η εμπειρία από τον αντιγριπικό εμβολιασμό μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση και βελτιστοποίηση των στρατηγικών εμβολιασμού έναντι της COVID-19.

https://www.uoa.gr/fileadmin/user_upload/PDF-files/anakoinwseis/themata_ygeias/170921_meiwsi_apotelesm_antigripikou_emvoliou.pdf

3 οι κύριοι τρόποι διάδοσης της νόσου COVID-19

Τα έως τώρα δεδομένα υποστηρίζουν ότι ο ιός SARS-CoV-2 μεταδίδεται από μολυσμένα άτομα μέσω σταγονιδίων και μικρών σωματιδίων που περιλαμβάνουν τον ιό, τα οποία εισπνέουν άλλοι άνθρωποι. Τα σταγονίδια αυτά μπορούν να μολύνουν τις επιφάνειες, ενώ όσοι είναι σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων είναι πιθανότερο να προσβληθούν.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) (https://mdimop.gr/covid19/) συνοψίζουν τα δεδομένα έως τώρα όπως έχουν ανακοινωθεί από το CDC (Center for Disease Control and Prevention) στις ΗΠΑ (https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/prevent-getting-sick/how-covid-spreads.html). Η μετάδοση του ιού είναι πολύ εύκολη από άνθρωπο σε άνθρωπο, πολύ ευκολότερη από τον ιό της γρίπης, όχι όμως τόσο όσο ο ιός της ιλαράς, που είναι ένας από τους μεταδοτικούς ιούς για τον άνθρωπο.

Η διάδοση της νόσου COVID-19 γίνεται κυρίως με τρεις τρόπους:

  1. Με την εισπνοή μικρών σωματιδίων και σταγονιδίων που εκπνέει κάποιος που έχει προσβληθεί,
  2. Την ύπαρξη τέτοιων σωματιδίων στα μάτια, τη μύτη ή το στόμα, όπως απελευθερώνονται με το βήχα και τον πταρμό,
  3. Την επαφή των χεριών που φέρουν σωματίδια του ιού με τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα

Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγετε τη λοίμωξη COVID-19  είναι η αποφυγή έκθεσης στον ιό. Ακόμα και τα άτομα χωρίς συμπτώματα μπορούν να μεταδίδουν τον ιό.

Ως μέτρα πρόληψης εναντίον της λοίμωξης COVID-19 συνιστώνται:

  1. Ο εμβολιασμός όσο γίνεται πιο γρήγορα,
  2. Η σωστή χρήση μάσκας που καλύπτει το στόμα και τα μάτια,
  3. Η τήρηση αποστάσεων τουλάχιστον δύο μέτρων από όποιον δεν ζείτε μαζί,
  4. Η αποφυγή συνωστισμού και η βελτίωση του εξαερισμού,
  5. Η σωστή υγιεινή των χεριών και η αντισηψία.

Τα δεδομένα για τη δεύτερη λοίμωξη COVID-19 σε όσους έχουν νοσήσει είναι λίγα, ωστόσο έχουν αναφερθεί αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς να είναι γνωστό το πόσο σοβαρή μπορεί να είναι η επαναλοίμωξη.

https://www.uoa.gr/anakoinoseis_kai_ekdiloseis/anakoinoseis/

 

Πανεπιστήμια: Τα ποσοστά εμβολιασμού ανά ΑΕΙ

Οι τρεις στους τέσσερις φοιτητές -73,55 το ακριβές ποσοστό- έχουν εμβολιαστεί κατά του κορωνοϊού ή έχουν νοσήσει. Αυτό δείχνουν τα στοιχεία που διαθέτει το υπουργείο Παιδείας και αποτελούν ένα ισχυρό «όπλο» υπέρ της διά ζώσης λειτουργίας των ΑΕΙ για το νέο ακαδημαϊκό έτος που αρχίζει τον Οκτώβριο.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία που παρουσιάζει η «Κ», από τους 513.151 φοιτητές 377.080 είναι εμβολιασμένοι ή νοσήσαντες. Εξ αυτών, οι 349.206 (το 68%) έχουν εμβολιαστεί με μία ή δύο δόσεις και οι 27.874 (26,5%) έχουν νοσήσει. Άλλοι 136.071 φοιτητές (ποσοστό 26,5%) είναι ανεμβολίαστοι.

Ανά πανεπιστήμιο το υψηλότερο ποσοστό εμβολιασμένων έχει το ΕΜΠ 78% και ακολουθούν, το ΕΑΠ (77%), το ΕΚΠΑ (73%) και τα Πειραιώς και Πάντειο (με 72% έκαστο).

Το μικρότερο ποσοστό εμβολιασθέντων έχει το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (58%) εάν εξαιρέσουμε τις τέσσερις Εκκλησιαστικές Ακαδημίες που όλες έχουν χαμηλότερα ποσοστά. Οι Εκκλησιαστικές Ακαδημίες βέβαια, αντίστροφα έχουν τα υψηλότερα ποσοστά νόσησης (από 7% έως 11%).

Συχνά ερωτήματα σχετικά με τη δεύτερη δόση του εμβολίου για τον SARS-CoV-2

Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γκίκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), απαντούν σε συχνά ερωτήματα σχετικά με τη δεύτερη δόση του εμβολίου για τον SARS-CoV-2.

Πόσο κακό ή καλό είναι που καθυστέρησα την δεύτερη δόση του εμβολίου μου;

Η βέλτιστη χρονική απόσταση των δόσεων των εμβολίων ώστε να αναπτυχθεί η μέγιστη δυνατή ανοσία έχει μελετηθεί εκτεταμένα. Βασικές αρχές ανοσολογίας λένε ότι μεταξύ πρώτης και ενισχυτικής δόσης θα πρέπει να υπάρχει ένα χρονικό διάστημα 2-3 μηνών καθότι τα Τ-κύτταρα μνήμης με υψηλή πολλαπλασιαστική ικανότητα χρειάζονται αρκετές εβδομάδες για να μορφοποιηθούν. Ομοίως τα Β κύτταρα μνήμης χρειάζονται μερικούς μήνες για να αναπτυχθούν. Μαθηματικά μοντέλα με βάση τις ανοσολογικές αποκρίσεις σε πειραματόζωα, προτείνουν ότι η ενισχυτική δόση οποιουδήποτε εμβολίου αναμένεται να έχει καλύτερα αποτελέσματα όταν χορηγηθεί 45 με 90 ημέρες μετά την πρώτη δόση.

Το χρονικό διάστημα μεταξύ των δόσεων

Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα προτεινόμενα χρονικά διαστήματα μεταξύ των δόσεων των εμβολίων είναι τα ελάχιστα που θα πρέπει να ακολουθούνται ώστε να επιτευχθεί το αναμενόμενο αποτέλεσμα ανοσίας. Για παράδειγμα αν ένας εμβολιασμός απαιτεί 2 δόσεις, οι οποίες έχουν απόσταση μεταξύ τους 1 μήνα, τότε αν η δεύτερη δόση δεν γίνει στο μήνα, μπορεί να ολοκληρωθεί οποτεδήποτε, ακόμα και μήνες ή χρόνια μετά, ώστε να θεωρηθεί ο εμβολιασμός πλήρης. Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται να ξανα-ξεκινήσει το εμβολιαστικό σχήμα. Η αρχή αυτή της ανοσοποιήσης εφαρμόζεται σε όλους τους εμβολιασμούς και είναι καταγεγραμμένη τόσο στις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, του CDC όσο και του πράσινου βιβλίου ανοσοποίησης του PHE

Η ανοσολογική απάντηση είναι καλύτερη μετά από καθυστέρηση της δεύτερης δόσης

Επιπλέον των βασικών αρχών ανοσοποίησης, υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι η καθυστέρηση της δεύτερης δόσης στα υπάρχοντα εμβολιαστικά σχήματα COVID-19 οδηγεί σε καλύτερη ανοσολογική απάντηση. Ακόμα μία πρόσφατη μελέτη στο Lancet έρχεται να επικυρώσει τα ευρήματα άλλων μελετών ότι το ανοσολογικό προφίλ της απόκρισης μετά από καθυστέρηση της δεύτερης δόσης είναι σημαντικά καλύτερο από ότι αν η δόση είχε ολοκληρωθεί στο προτεινόμενο χρονικό διάστημα. Τα ευρήματα αφορούσαν το εμβόλιο της Οξφόρδης και έδειξαν ότι μία καθυστερημένη τρίτη δόση οδήγησε σε ακόμα ισχυρότερες ανοσολογικές αποκρίσεις τόσο σε επίπεδο αντισωμάτων όσο και σε επίπεδο κυτταρικής ανοσίας.

Ερώτηση: Άργησα να κάνω την δεύτερη δόση του εμβολίου της COVID-19 για λόγους προσωπικούς. Μήπως δεν έχω επαρκή ανοσία;

Απάντηση: Έχετε επαρκή ανοσία και πιθανώς καλύτερη από αν το είχατε ολοκληρώσει στο προτεινόμενο χρονικό διάστημα. Η ανοσία είναι επαρκής και ο εμβολιασμός θεωρείται πλήρης οποτεδήποτε ολοκληρωθεί η δεύτερη δόση μετά από το προτεινόμενο χρονικό διάστημα.

Ερώτηση:Για λόγους προσωπικούς δεν προλαβαίνω να κάνω την δεύτερη δόση στο προτεινόμενο χρονικό διάστημα. Μήπως να αναβάλω τον εμβολιασμό μου μέχρι να μπορώ να έχω και τα 2 ραντεβού στο προτεινόμενο χρονικό διάστημα;

Απάντηση: Δεν υπάρχει λόγος να αναβάλλετε το ραντεβού σας με την πρώτη δόση του εμβολίου. Το προτεινόμενο χρονικό διάστημα είναι το ελάχιστο. Θα πρέπει να προχωρήσετε στην πρώτη δόση το δυνατό συντομότερο ενώ μπορείτε να ολοκληρώσετε τη δεύτερη δόση αργότερα. Οι βασικές αρχές ανοσοποίησης λένε ότι το αποτέλεσμα θα είναι τουλάχιστον το ίδιο με το αν είχε ολοκληρωθεί στο προτεινόμενο χρονικό διάστημα, ενώ οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι θα έχετε σημαντικά καλύτερη προστασία.

https://www.uoa.gr/fileadmin/user_upload/PDF-files/anakoinwseis/themata_ygeias/060921_2dosi.pdf

Συστάσεις εμβολιασμού εποχικής γρίπης από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ανοίγει η πλατφόρμα για τις ευπαθείς ομάδες.13/9 τα sms και από 14/9 τα ραντεβού

Στις 14 Σεπτεμβρίου, ανοίγει η πλατφόρμα για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού που ήταν οι πρώτοι που εμβολιάστηκαν μαζί με τους υγειονομικούς.

13 Σεπτεμβρίου το sms και 14 η 3η δόση

Η επιχείρηση «Ελευθερία» επεκτείνεται με τη χορήγηση της τρίτης, ενισχυτικής δόσης εμβολίου από την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου, όταν και θα ανοίξει η πλατφόρμα των ραντεβού για τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Πρόκειται για 285.000 πολίτες που ανήκουν στις εξής κατηγορίες:

  • Άτομα με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων ή αιμοποιητικών κυττάρων, άτομα σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση.
  • Άτομα με νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
  • Άτομα με καρκίνο υπό αγωγή, καρκίνο συμπαγούς οργάνου, άτομα που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ανοσοθεραπεία κ.λπ., με αιματολογικό καρκίνο κατά την τελευταία πενταετία.

Άτομα σε ανοσοκαταστολή. Περιλαμβάνονται ασθενείς με αντιφλεγμονώδη, αυτοάνοσα νοσήματα, άτομα με άλλα νοσήματα που λαμβάνουν ειδικές ανοσοτροποιητικές θεραπείες, όπως και άτομα με πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες, ή άτομα με HIV.

Πρώτα θα λάβουν το γνωστό SMS τη Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου. Και στην συνέχεια θα μεταβούν σε κάποιο εμβολιαστικό κέντρο για να λάβουν την 3η δόση.

Την ίδια ώρα, η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών εξετάζει με βάση τα επιδημιολογικά δεδομένα ποιες θα είναι οι επόμενες κατηγορίες του πληθυσμού που θα λάβουν τρίτη δόση εμβολίου.

Πρόκειται για:

    • Άτομα που διαμένουν σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.
    • Άτομα άνω των 60 ετών.
    • Άτομα με αυξημένο κίνδυνο λόγω αυξημένης έκθεσης,
    • Άτομα με χρόνια νοσήματα.

2ον Με στόχο τη θωράκιση των παιδιών για το σχολείο και τις εξωσχολικές δραστηριότητες

3ον Για την αναχαίτιση της διασποράς, ώστε να προστατευθούν τα ευάλωτα άτομα

4ον Για τη μείωση των πιθανοτήτων δημιουργίας νέων μεταλλάξεων

Αυτό είναι ίσως και ένα στοίχημα που θα πρέπει πάση θυσία να κερδίσει η κυβέρνηση αλλά και οι πολίτες αυτής χώρας χτίζοντας το τείχος ανοσίας πάνω στους εφήβους και παράλληλα προστατεύοντας τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Πηγή: newsbeast.gr

Αλλεργικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις μετά από το εμβόλιο COVID-19 των Pfizer/BioNTech

Οι αλλεργικές αντιδράσεις που έχουν καταγραφεί σε ορισμένα άτομα μετά τη λήψη του εμβολίου BNT162b2 έναντι της COVID-19 των Pfizer/BioNTech αποτελούν σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα εμβολιασμού για σημαντικό αριθμό ατόμων.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης των R. Shavit και συνεργατών που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open (JAMA Netw Open. 2021;4(8):e2122255). Οι ερευνητές αξιολόγησαν την εμφάνιση αλλεργικών και αναφυλακτικών αντιδράσεων μετά την πρώτη και τη δεύτερη δόση του εμβολίου BNT162b2 σε άτομα με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης αλλεργίας. Πρόκειται για μια προοπτική μελέτη που διενεργήθηκε στο Ισραήλ από τις 27 Δεκεμβρίου 2020 ως τις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Από τα 8102 άτομα με ατομικό ιστορικό διαφόρων αλλεργιών, οι 429 θεωρήθηκαν ότι είχαν αυξημένο κίνδυνο αλλεργικής αντίδρασης και εμβολιάστηκαν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση για 2 ώρες μετά τον εμβολιασμό. Ο ορισμός του αυξημένου κινδύνου καθορίστηκε με βάση λεπτομερή αξιολόγηση του ατομικού ιστορικού κάθε ασθενούς. Ένα άτομο θεωρήθηκε ότι έχει υψηλό κίνδυνο για αλλεργική αντίδραση εάν

1) είχε ιστορικό προηγούμενης σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης σε οποιοδήποτε φάρμακο ή εμβόλιο,

2) είχε πολλαπλές αλλεργίες σε φάρμακα,

3) είχε πολλαπλές αλλεργίες ή

4) παθήσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία των μαστοκυττάρων, τα οποία εμπλέκονται στην εμφάνιση αλλεργιών.

Από τους 429 συμμετέχοντες, οι 304 (70.9%) ήταν γυναίκες, ενώ η μέση ηλικία όλων ήταν τα 52 έτη.

Δε χορηγήθηκαν αντι-αλλεργικά φάρμακα πριν τον εμβολιασμό προληπτικά, όπως αντι-ισταμινικά. Μετά την πρώτη δόση του εμβολίου, οι 420 ασθενείς (97.9%) δεν εμφάνισαν καμία αλλεργική αντίδραση, 6 άτομα (1.4%) εμφάνισαν ήπιες αλλεργικές αντιδράσεις και 3 (0.7%) εμφάνισαν σοβαρή, αναφυλακτική αντίδραση.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης, 218 από τους 429 ασθενείς έλαβαν 2η δόση εμβολίου. Ανάμεσα σε αυτούς, οι 214 (98.2%) δεν εμφάνισαν αλλεργικές αντιδράσεις, ενώ 4 (1.8%) εμφάνισαν ήπιες αλλεργικές αντιδράσεις. Οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για αλλεργική αντίδραση εμφάνισαν συχνότερα καθυστερημένες αντιδράσεις κνησμού και εξανθήματος συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Δεν παρατηρήθηκαν άλλες διαφορές όσον αφορά στο προφίλ παρενεργειών συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό.

Συμπερασματικά, η πιθανότητα αλλεργικής αντίδρασης μετά τον εμβολιασμό με το BNT162b2 είναι υψηλότερη σε άτομα με ιστορικό αλλεργιών στο παρελθόν που κρίνονται ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση αλλεργικής αντίδρασης. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ομάδα των ασθενών μπορεί να εμβολιαστεί σε κατάλληλες ιατρονοσηλευτικές υποδομές ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη αντιμετώπιση μιας αναστρέψιμης αλλεργικής αντίδρασης.

https://www.uoa.gr/anakoinoseis_kai_ekdiloseis/anakoinoseis/